Οι υποστηρικτές των παραχωρήσεων

tasos-pap

Του ΤΑΣΟΥ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΥ

 

Ο εξ ανατολών γείτονας μας έχει βάλει στόχο αμέτι μουχαμπέτι να επεκτείνει τα σύνορά του προς δυσμάς. Γι αυτό και καθημερινά σκαρφίζεται κάθε λογής ψέματα και υπερβολές για να εμφανιστεί απειλούμενος και αμυνόμενος την ώρα που είναι ο επιτιθέμενος.

Και είναι αφελείς όσοι πιστεύουν ότι αν αποχωρήσει από την εξουσία ο Ερντογάν θα αλλάξει πορεία η Τουρκία και θα έρθει στα συγκαλά της. Η επεκτατική πολιτική με στόχο τις θάλασσες, δυτικά και νότια της Τουρκίας, είναι για την πολιτική σκηνή της Άγκυρας εθνικός στόχος.

Η πληθώρα των αποβατικών σκαφών και οι συνεχείς ασκήσεις δεν είναι γίνονται για αμυντικούς σκοπούς και δεν υπάρχει καμιά αντιπολιτευτική δύναμη που να εγείρει κάποιο θέμα γύρω από αυτά, ούτε για τις τεράστιες δαπάνες που έχουν καταβληθεί για την αγορά δύο σύγχρονων ερευνητικών σκαφών και τεσσάρων γεωτρύπανων.

Αντίθετα στην Ελλάδα η αντιπολίτευση δεν ψήφισε ούτε τις πρόσφατες δαπάνες, ούτε τις αμυντικές συμμαχίες με Γαλλία και ΗΠΑ. Υπάρχουν και κάποιοι ακαδημαϊκοί και δημοσιογράφοι, που δηλώνουν ότι η Τουρκία είναι μια μεγάλη περιφερειακή δύναμη και οφείλουμε να συμβιβαστούμε με τις προσταγές της.

Υποστηρίζουν ότι δεν μπορούμε να βρισκόμαστε σε αέναες εξοπλιστικές δαπάνες, που θα γονατίσουν την οκονομία μας. Αντίθετα στην Τουρκία με τον πληθωρισμό να τρέχει δέκα φορές ψηλότερα από αυτόν της Ελλάδας, δεν ακούμε κανέναν να υποστηρίζει την αποψη βούτυρο αντί για κανόνια.

Η επεκτατική Τουρκία υποστηρίζει στην ουσία την ομογάλακτη Ρωσία, παρά τα κόλπα του επιτήδειου ουδέτερου, μια και εδώ υπάρχουν κάποιοι δημοσιολογούντες, που υποστηρίζουν ότι κακώς είμαστε απέναντι στον Πούτιν. Σε μια μεγάλη δύναμη οφείλουμε να δείχνουμε τον δέοντα σεβασμό υπονοούν.

Παραβλέπουν οι μεν και οι δε, τις ταυτόσημες αναθεωρητικές βλέψεις και κινήσεις των Πούτιν και Ερντογάν στην Ουκρανία και στο Αιγαίο στην προκειμένη περίπτωση, όπως και την αυταρχική τους πορεία στην άσκηση της εξουσίας.

Στο επιχείρημα της μικρής χώρας απέναντι στη μεγάλη σε όγκο και πληθυσμό, η απάντηση έχει και ιστορική και σύγχρονη εκδοχή. Το 1940 επιτέθηκε στην Ελλάδα μια πιο ισχυρή χώρα η Ιταλία και έσπασε τα μούτρα της. Αλλά και το Ισραήλ πέτυχε να αποδεχθούν την παρουσία του οι πολυπληθέστεροι άραβες στην περιοχή και να αναγκαστούν στο τέλος να συνάψουν συμφωνίες ειρήνης.

Γι αυτό και τα νέα εξοπλιστικά προγράμματα είναι για την Ελλάδα τα σύγχρονα ξύλινα τείχη του χρησμού της Πυθίας, στην προκειμένη περίπτωση της στρατηγικής, προκειμένου να αντιμετωπιστούν όπως και τότε έτσι και τώρα οι εξ ανατολών εισβολείς.

Μόνο αν γνωρίζουν ότι το εγχείρημα τους θα αποβεί μοιραίο γι αυτούς, θα κάνουν πίσω και θα ενταφιάσουν τα επεκτατικά τους σχέδια. Το κακό είναι οτι στην Ελλάδα, σε αντίθεση με την Τουρκία, οι πολιτικές δυνάμεις δεν είναι ενωμένες και κάποιοι για λόγους ψηφοθηρικούς λένε όχι στην θωράκιση της χώρας και άλλοι προχωρούν ένα ακόμη βήμα, ζητώντας παραχωρήσεις στις απαιτήσεις της Άγκυρας, που δεν συνάδουν με τους κανόνες του Διεθνούς Δικαίου.

Λίγη σοβαρότητα δεν βλάπτει. Σε μια ιστορική στιγμή που όλα κρέμονται σε μια κλωστή. Την ώρα που η διπλωματία οφείλει να έχει σε εικοσιτετράωρη βάση φουλ τις μηχανές και την στιγμή που αλλάζουν οι συσχετισμοί και οι συμμαχίες από μέρα σε μέρα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Γερμανία, οπου η σύμπραξη Σοσιαλιστών και Πρασίνων απέδωσε μια διαφορετική στάση στα ελληνοτουρκικά. Και για να το δούμε και στην ουσία του το θέμα, δεν ήταν πολιτική Μέρκελ η φιλοτουρκική στάση στο παρελθόν, της Γερμανίας. Και σήμερα το Χριστιανοδημοκρατικό κόμμα στο Βερολίνο, διαμαρτύρεται για την αλλαγή πλεύσης της Γερμανίας.

Δυστυχώς οι επιτιθέμενοι σε Μόσχα και οι υποψήφιοι μιμητές τους στην Άγκυρα διαβάζουν την ιστορία με τον δικό τους τρόπο. Αγνοούν το Διεθνές Δίκαιο και εμφανίζουν εαυτούς αμυνόμενους την ώρα που είναι επιτιθέμενοι και ως σύγχρονοι Γκεμπελίσκοι παρουσιάζουν το άσπρο μαύρο.

Βασίζονται στο αυταρχικό καθεστώς που εχουν επιβάλει στο εσωτερικό της χώρας τους, καθώς και στις διώξεις μέχρι εξόντωσης όσων επιδιώκουν να αντιταχθούν στην ενός ανδρός αρχή.

Οι δυτικές Δημοκρατίες αντίθετα κινούνται στο πλαίσιο του διαλόγου, της θέσης, της αντίθεσης και τέλος της σύνθεσης. Το βλέπουμε άλλωστε και στις κυβερνήσεις συνεργασίας που δημιουργούνται σε πολλές χώρες της Ευρώπης.

 

Στα καθ’ ημάς μια πραγματικά προγραμματική κυβερνητική συνεργασία δύο ή και περισσοτέρων κομμάτων δεν είναι εφικτή και για λόγους συνταγματικών περιορισμών. Όταν ο εντολοδόχος πρωθυπουργός καλείται εντός τριών ημερών να συμφωνήσει με αλλα κόμματα τον σχηματισμό της κυβέρνησης συνεργασίας, το αποτέλεσμα είναι ο διαμοιρασμός των θέσεων εξουσίας και τίποτα άλλο.

Στην Γερμανία, αλλά και σε άλλες χώρες του Βορρά υπάρχουν τα Συνταγματικά περιθώρια διαβουλεύσεων πολλών εβδομάδων και μηνών, προκειμένου να καταλήξουν τα κόμματα σε ένα πρόγραμμα, που όλοι στο κοινό κυβερνητικό σχήμα θα ακολουθήσουν πιστά για όλη την τετραετία.

Γι αυτό και η απλή αναλογική και με την εμπειρία των σχημάτων που προέκυψαν στο πρόσφατο παρελθόν, δεν ταιριάζει στην ελληνική πραγματικότητα. Με αυτή την έννοια και με μια επιθετική Τουρκία δίπλα μας, είναι προβληματική η επόμενη εκλογική αναμέτρηση, καθώς η ακυβερνησία δεν είναι ότι το καλύτερο, στους δίσεκτους καιρούς μας…

Προηγούμενο άρθροΣτο χείλος της ευρωπαϊκής καταστροφής
Επόμενο άρθροΔιορατικότητα και παραμυθιάσματα στην πολιτική της Λευκωσίας στην ΕΕ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ