
Γράφει ο Ανδρέας Καρακόκκινος
Πενήντα χρόνια έν’ πολλά, άντεξα τζιαι αντέχω,
γιατί εσένα Μόρφου μου πάντα στον νουν μου έχω,
μιτά σου λεύτερην ζωήν, όσον τζι ας ένι λλίη,
αν ζήσω τότες η ψυσιή ήσυχη εννά φύει!
Αυτά γράφει μεταξύ άλλων ο Κώστας Σπυρής στο ποίημα «Πενήντα χρόνια»
κι οι στίχοι του είναι ότι έχει στη ψυχή του, στη καρδιά του στο νου του
ο κάθε Μορφίτης, όπου κι αν βρίσκεται στη γη, σ΄ ανατολή και δύση σε νότο και βορρά.
Καλησπέρα σας αγαπητοί Μορφίτες και Μορφίτισσες, φίλες και φίλοι, κυρίες και κύριοι. Είναι μεγάλη η συγκίνηση μου που είμαι εδώ σήμερα να μιλήσουμε για το τόπο που μας γέννησε και μας μεγάλωσε, για το τόπο που αγαπήσαμε.
Και όπως γράφει ο Κώστας στο ποίημα Μόρφου στην αρχή της συλλογής
«Τούντην αγάπην οι τζιαιροί/ν’ αλλάξουν εν μπορέσαν/τζι όντας αφήσω την ζωήν,/στην τελευταίαν μου πνοήν,/Μόρφου εννά ’σαι μέσα!»
Κι αυτά τα χρώματα της ψυχής του Κώστα είναι η αγάπη του για του Μόρφου, είναι η αγάπη για τους γονείς του που έζησαν μαζί του τη προσφυγιά, είναι οι σκέψεις του για τη ζωή που αλλιώς ξεκίνησε στου Μόρφου κι αλλιώς συνεχίστηκε μετά το 74.
Η ποιητική συλλογή ξεκινά με ένα κείμενο στο οποίο μας μιλά για τους γονείς
του, τη γειτονιά και τους γειτόνους και είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες.
Η πρώτη ενότητα είναι τα ποιήματα για τη Μόρφου μας, η δεύτερη έχει ποιήματα αφιερωμένα στους γονείς του και η τρίτη περιλαμβάνει διάφορα διαλεκτά ποιήματα της ζωής.
Ξεκινώντας το βιβλίο, ο Κώστας μας μιλά για τη γωνιά του. Ποια είναι η γωνιά του; Είναι η οδός Κομνηνού όπου γεννήθηκε και ξεκίνησε τη ζωή του.
Είναι ο πατέρας του που ξεκίνησε επί αγγλοκρατίας να δουλεύει στις αγγλικές βάσεις ώσπου αναγκάστηκε να σταματήσει όταν άρχισε η ΕΟΚΑ το 55 κι έμεινε άνεργος, όπως όλοι τότε οι Κύπριοι εργαζόμενοι στους Εγγλέζους. Είναι η μητέρα του που άρχισε να δουλεύει αυτή σε ξένα σπίτια μετά την ανεργία του πατέρα. Είναι τέλος η γειτονιά, με τους γείτονες αγαπημένους, αν και ο καθένας είχε τα προβλήματα του, να χαίρονται όλοι μαζί τις καλοκαιρινές νυχτερινές βεγγέρες. Και δεν μπορώ να μην αναφέρω το περιστατικό που τραυματίστηκε παίζοντας με το όπλο και πήγανε στη κλινική του γιατρού του Κλείτου για περίθαλψη που ήταν τότε η μοναδική κλινική.
Η αγάπη του για την Μόρφου…
Στη πρώτη ενότητα της συλλογής τα ποιήματα μιλούν για τη Μόρφου μας ξεκινώντας από τα χρόνια του Δημοτικού και τα παιγνίδια στην αυλή. Κι ακόμα για τις στράτες του Μόρφου γεμάτες πάντα από μυρωδιές και τη γιορτή του Άϊ Μάμα στις 2 του Σεπτέμβρη είναι ένα κομμάτι μες στη ψυχής μας που δεν θα σβήσει ποτέ. Είναι η αγάπη για του Μόρφου των νεανικών χρόνων του ποιητή αλλά και όλων όσων ζήσαμε αυτά τα χρόνια. Και στο ποίημα «Εν σε αλλάσσω» γράφει μεταξύ άλλων:
« Εν σε αλλάσσω Μόρφου μου με σεν με την γωνιάν μου,
το φως του ήλιου μου θωρεί μόνον την γειτονιάν μου
τζι εν την αλλάσσω με καμμιάν όσον φτωσιή τζιαι να ’ταν
κόμις τζι αν μου χαρίζασιν τους πύργους του Μανχάταν!»
Κι αυτή η αγάπη για του Μόρφου γίνεται εδώ και πενήντα χρόνια μες τη ψυχή του ποιητή και των κατοίκων του μια καθημερινή Πορεία Μόρφου κι όπως μας λέει στο ομότιτλο ποίημα
«Η πίκρα του ξεριζωμού γίνεται μοιρολόιν,
σαράτζιην μέσα τους βαθκιά τα σωθικά τους τρώει»
Και κλείνει το ποίημα λέγοντας μας:
Τούτη η πορεία Μόρφου μου η τελευταία ας ένι,
στου Άη Μάμα την αυλήν του γρόνου να ξεβαίνει,
ευτζιή καμπάνες ν’ ακουστούν της λευτερκάς τζιαι πίστης
Ο πόνος του ξεριζωμού…
Ο ποιητικός λόγος του Κώστα Σπυρή βαθιά συναισθηματικός κι η αγάπη του για τη Μόρφου αγγίζει τον κάθε πρόσφυγα είτε είναι από τη Μόρφου ή την Αμμόχωστο, τη Κερύνεια, τη Γιαλούσα κι η πίκρα του ξεριζωμού γίνεται πόνος του κάθε ξεριζωμένου. Γράφει στο ποίημα «Πόνος ξεριζωμένου»
«Μόρφου μου τζιειν την ομορφκιάν/θάβκουν την σιέρκα ξένου,/τζι έχουμεν μέσα στην καρκιάν/πόνον ξεριζωμένου!/Σιήλιες εικόνες, ζωγραφκιές/που σεν ο νους σωρεύκει/μες στες δικές σου ομορφκιές/ελπίδαν πιον γυρεύκει!»
Εικόνες φυλαγμένες στις ψυχές των ξεριζωμένων, ζωντανεύουν σε κάθε γεγονός και σε κάθε γιορτή όπως τα έζησε στο κατεχόμενο τόπο του. Γιορτές όπως τα Χριστούγεννα, η Πρωτοχρονιά, το Πάσχα σε ταξιδεύουν και σου θυμίζουν τις μέρες αυτές
Γράφει ο ποιητής μας στο ποίημα «Κάθε που έν’ Χριστούγεννα»
«Κάθε που έν’ Χριστούγεννα τυλίει με μαράζιν,/άμαν θωρώ τ’ αστέριν του χωρκού μας νάν’ σβηστόν,/να το σσιεπάζει σκοτεινιά, ένας σσιονιάς τζι αγιάζιν/τζι οι στράτες του βουβές να περιμένουν τον Χριστόν!»
Για το Πάσχα στο ποίημα «Λαμπρή να νώσω» γράφει:
Ανάστα ο Κύριος θα πω, δούλος θα δηλώσω,/πο’ ννά ΄ρτει η ώρα η γλυτζιά
στον Άιν Μάμαν λαμππρατζιάν/ν’ άψει, Λαμπρήν να νώσω.
Και για τη παραμονή Πρωτοχρονιάς τα συναισθήματα του ποιητή τα διαβάζουμε στο ομότιτλο ποίημα όπου δίνει την εικόνα μέσα σε λίγους στίχους.
«Παραμονή Πρωτοχρονιάς/όμως εν νώθω τίποτες,/γιατί μακράν σου Μόρφου μου/οι πίκρες εν ανείπωτες»
Μια πολύ ξεχωριστή μέρα για το ποιητή είναι το Δεκαπενταύγουστο.
Γράφει στο ποίημα «Κάθε Δεκαπενταύγουστον (1)
«Κάθε δεκαπενταύγουστον της γέννησής μου μέραν,
την πρώτην μου αναπνοήν με τον δικόν σου αέραν,
Μόρφου ακόμα έχω την στα στήθη τζι αναπνέω,
π’ ούλλες της Γης αναπνοές τούτην πάντα δκιαλέω!»
Όμως ο Αύγουστος έχει και τα δυσάρεστα του που σκιάζουν κάθε χαρά πενήντα τώρα χρόνια. Διαβάζουμε στο ποίημα «Αύγουστος 1974»
«Τούτες τες μέρες νιώθω τες μασιέριν να με σφάζει,
μαύρον σεντόνιν γίνουνται τον νουν μου να σιεπάζει
τζι ό,τ’ έχω μέσα στην καρκιάν γινήσκεται μαράζιν!»
Οι μνήμες από τον Αύγουστο του 74 έχουν χαραχτεί βαθιά στη καρδιά της Κύπρου και το βλέπουμε στα ποιήματα της συλλογής που έχει γράψει ο Κώστας.
Γράφει στο ποίημα «Μέρες τ’ Αυγούστου»
«Μέρες τ’ Αυγούστου πο ’ ρκουνται ο νους μου ταξιδεύκει,
τζειαμαί στο έμπα της Γωνιάς άμαν βρεθεί πεζεύκει,
γείτονες, μάναν, τζιύρην μου, αδέρφκια αναορεύκει,
τ’ αμπάρκα του υπομονήν γεμώνει τα τζιαι φεύκει!»
Κι ακόμα για «Κάθε δεκαπενταύγουστο» τα τρία ομότιτλα ποιήματα γίνονται μια ωδή του ποιητή γι’ αυτή τη μέρα όπου η χαρά κι η θλίψη συγκρούονται.
Γράφει ο Κώστας στο δεύτερο ποίημα γι’ αυτή τη μέρα.
Κάθε δεκαπενταύγουστον όσων γρονών τζι αν γίνω,
των γενεθλίων μου τζιερίν μακράν σου εγιώνη σβήνω,
μα το δικόν σου Μόρφου μου αφτούμενον τ’ αφήνω!
Ήταν το δεκαπενταύγουστον του 74 η τελευταία ελεύθερη μέρα του Μόρφου
και όπως γράφει ο Κώστας
Τζι έσιει που τότες Μόρφου μας με φως εν σε θωρούμεν,
είμαστεν μες στους ζωντανούς μα δίχα σο’ν ι-ζιούμεν!
Και για την επομένη μέρα στα «Αυγουστιάτικα όνειρα» ο ποιητής αφήνει όλη την αγάπη του για το κατεχόμενο τόπο μας
«κάθε πο ’ ννά ’σιει ο Αύγουστος ο μήνας δεκαέξι,
που πάνω που την Μόρφου μας να μεν ι- ξαναρέξει!!»
Η ποιητική φωνή του Κώστα Σπυρή με ευαισθησία και αγάπη για τη Μόρφου μας πιστεύω ότι εκφράζει τα συναισθήματα όλων των κατοίκων του Μόρφου για όσα ζήσαμε τον Αύγουστο του 74. Συναισθήματα που αγγίζουν τις ψυχές και όλων των Κυπρίων από το κατεχόμενο τόπο τους.
Όπου και να βρίσκονται πρόσφυγες οι Μορφίτες μέσα στη ψυχή τους είναι βαθιά ριζωμένο του Μόρφου και δεν μπορούν να το ξεχάσουν. Και όπως λέει ο ποιητής στο ποίημα «Εν σε ξηάνω»
Ποιος να ξεχάσει Μόρφου μου;
Ξεχνά παιδίν την μάναν;
Ποιος να ξεχάσει της ζωής
στιγμές τζι ας εμαράναν;
Και όταν έρχεται η Πρώτη Σεπτέβρη παραμονή του Αϊ-Μάμα
μια σκέψη μονάχα υπάρχει όπως την εκφράζει ο ποιητής.
Πρώτη του μήνα σήμερον τζιαι πρώτη του Σεπτέβρη,
του Αϊ – Μάμα η γιορτή κοντά σο ’ ννά μας έβρει,
τ’ αμμάθκια μας να τρέχουσιν τζιαι οι καρκιές να σπάζουν,
ως πόσον πιον τούτον τον κακόν τζι έλεος να φωνάζουν!
Η Μόρφου της καρδιάς του ποιητή, η Μόρφου της καρδιάς μας είναι πάντα στη σκέψη όλων μας κι έχει πάντα την αγάπη μας. Διαβάζουμε στο ποίημα «Περίπου αγαπούμε σε»
Μόρφου μου ούλλη μας η ζωή μες στα στενά σου ήτουν
τζι οι στράτες σου κάθε πωρνόν, έν’ μες στον νουν των χωρκανών,
που σ’ αγαπούν περίτου»
Τα ποιήματα της δεύτερης ενότητας είναι αφιερωμένα στους γονείς του ποιητή μας.
Γράφει για το πατέρα του και δίπλα μια φωτογραφία του πατέρα πάνω στο ποδήλατο.
Τούντην φωτογραφίαν σου Πατέρα έκαμά την,
τούντης ζωής το πιο όμορφον τζιαι ακριβόν κομμάτιν,
ότι καλόν μες στην ζωήν γρωστώ σου το πατέρα
σιήλια τζιαι δκυο ευκαριστώ λαλώ σου κάθε μέρα!
Κι εδώ θέλω να πω αν και δεν μέναμε στην ίδια γειτονιά, όταν είδα τη φωτογραφία θυμήθηκα το πατέρα του έτσι πάνω στο ποδήλατο. Γιατί κι εμείς τότε μαθητές του Γυμνασίου κάθε απόγευμα γυρνούσαμε με τα ποδήλατα τις γειτονιές του Μόρφου.
Για τη μητέρα του γράφει ο Κώστας στο ποίημα «Για σένα μάνα»
( Για σέναν Μάνα σήμερον ο στίχος μου γιορτάζει,
γίνεται ύμνος της ζωής εσέναν να δοξάζει).
Κάθε που έρκεται γιορτή της Μάνας έναν δώρον,
γυρεύκω να ’βρω πα’ στην Γην όμορφον μα’ν ημπόρω,
έτσι τζι εγιώ ανήμερα έγραψα να δκιαλέξεις,
που μέσα στην ψυχούλλαν μου τις πιο όμορφες λέξεις!
Στίχοι για τη μάνα και το πατέρα που μας συγκινούν γιατί οι περισσότεροι έχουν φύγει από τη ζωή με το καημό του Μόρφου. Κι αν έχει μείνει κάτι εκτός από τις ατέλειωτες μνήμες των γονιών μας που φύγαν με το παράπονο είναι
κάποιοι στίχοι του Κώστα που μας αγγίζουν όλους.
Γράφει, γεμάτος αγάπη για τη Μάνα στο ποίημα «Μια τελευταία αγκαλιά»
«Μάνα μου κάποτε για μεν ούλλος ο κόσμος ήσουν,
παρηορκά μες στην ζωήν τζι αγκάλη παραδείσου,
στ’ αγκάλια σου άμαν μ’ έσφιγγες έδκιωγνες μου τον πόνον
τζι εκτύπαν η καρτούλλα σου για μεν αγάπην μόνον!»
Και στο ποίημα «Για τη γιορτή του πατέρα» λέει μέσα από τη ψυχή του:
«Πάντα εννά ’νι δίπλα σου ποκούμπιν ο πατέρας
Δύναμην πο ’σιει μέσα του κάμνει σου την χαλάλιν
Αγάπην μέσα στην καρκιάν ο τζιύρης θα σου βάλει
Για τούτον σκέφτου σαν παιδίν τα όσα του οφείλεις
Λλίην αγάπην σήμερον τζι εσούνη να του στείλεις»
Η Ελπίδα και το Όνειρο της Επιστροφής…
Στη Τρίτη ενότητα έχουμε ποιήματα της ζωής όπως σωστά τα ονομάζει
ο ποιητής μας. Γράφει για την «Ελπίδα»
«Άλλοι έν’ που ορίζουσιν το μέλλον το δικόν μου,
μες στούντην κακοριζιτζιάν ήβρα το φάρμακόν μου,
πάντα ομπρός μου να θωρώ άσπρον αντίς για γκρίζον,
μέσα σ’ όμορφον αύριον να ζιώ τζιαι να ελπίζω!»
Κι αν όλου του κόσμου οι ελπίδες μοιάζουνε ο πρόσφυγας έχει μια περισσότερη, αυτή της επιστροφής στο τόπο που του κλέψανε. Και μαζί με την ελπίδα η ζωή θέλει και «Αισιοδοξία» μας λέει πολύ σωστά ο ποιητής στο ομότιτλο ποίημα:
Δίχα ελπίδαν η ζωή έν’ πάντα πεινασμένη
τζι αν η ψυσιή μας που διψά μεινίσκει διψασμένη,
ούλλοι μας εννά νώθουμε τούντην ζωήν νάν’ ξένη!
Τζι έτσι να δώσω στην ζωήν την πρέπουσαν αξίαν,
λαλώ πως έν’ μοναδική, γι’ αυτόν τζιαι σημασίαν
έσιει να την διάγουμεν με αισιοδοξίαν!
Και μαζί με την ελπίδα και την αισιοδοξία αυτό που θέλει ο κάθε άνθρωπος είναι η αγάπη όπως πολύ σωστά την ορίζει στο ποίημα «Η αληθινή αγάπη»
Αγάπη που μοιράζεται/σε κάποιον που χρειάζεται,/τζιαι σ’ εναν που πονεί,/
έν’ μες στην έρημον βροσιή,/ελπίδας φως μες στην ψυσιήν/τζιαι καθαρή φωνή.»
Σε αρκετά ποιήματα της τρίτης ενότητας ο λόγος του Κώστα γίνεται συμβουλευτικός και φιλοσοφημένος, αποστάγματα μιας ζωής από τότε που δημιουργήθηκε το Κυπριακό κράτος. Συμβουλεύει το συνάνθρωπο του στο ποίημα «Άδρωπε δώκε νεπαμόν» λέγοντας μας
«Άδρωπε είδεν ο Θεός τα λάθη σου τζι αντράπην,
γιατ’ έδωκεν σου το μυαλόν στην Γην να βασιλέψεις,
με φως του ήλιου να ξυπνάς, να ζιεις μόνον μ’ αγάπην,
μα δκιάλεξες στην σκοτεινιάν τζιαι μίσος να σωρέψεις!»
Κι ακόμα στο ποίημα «Ούλλα έν’ δανεικά» απευθυνόμενος στον κάθε άνθρωπο μας λέει:
«Να ξέρεις πάντα σου πως η ζωή έν’ λλίη,/στο τέλος μόνον η αγάπη μας νικά,/με τούτην πρέπει κάποιον πάντα πριν να φύει/να τον ξοβλούν, γιατί έν’ ούλλα δανεικά!»
Και αυτή η αγάπη που νικά είναι και η αγάπη του για τα παιδιά του. Γράφει στο ποίημα «Για τα τρία μου παιδιά»
«Η αγάπη μου έν’ ποταμός για σας, που ξησιειλίζει,
έν’ μουσκοκάρφιν σπάνιον π’ ολόγρονα μυρίζει»
Και για τον ερχομό της εγγονής του της Αριάδνης γράφει στο ποίημα «Καλωσόρισες ΑΓΑΠΗ»
«Έχουν να πουν πως το παιδί το πρώτον αν έν’ κόρη
θα σου γεμώσει τη καρκιάν μ΄αγάπην όση μπόρει,
εμέναν η καρτούλλα μου εγέμωσεν με τζιείνην,
που ‘χω για σας αγάπες μου τζιαί που ποττέ εν σβήννει.»
Ο ποιητικός του λόγος επίσης σ΄ αυτή την ενότητα αγγίζει τη φτώχια και το πλούτο λέγοντας μας στο ποίημα για τη «Φτώχια»
«Σιαίρου την φτώσειαν αν μπορείς τζι έσιε στον νουν σου τούτον,
πως εν γοράζεις την χαράν με μάλια τζιαι με πλούτον»
Ο Κώστας σ’ αυτή τη ποιητική του συλλογή έχει αφήσεις τη ψυχή του ελεύθερη να μιλήσει για όλα όσα σκέφτεται που του φέρνουν θλίψη ή του δίνουν χαρά και μας το λέει στο ποίημα «Η ψυσιή μου»
Τούτη η ψυσιή έν’ γυαλλικόν,
ραΐζει κάθε τόσον,
σπάζει, τσακρίζει μέσα μου,
παιδεύκει με καμπόσον!
Μα άμαν παίξει το βκιολίν
τζι η μουσική αρκεύκει,
χτυπώ τα πόδκια μου χαμαί
τούτη η ψυσιή χορεύκει!
Τζιείνη στιγμή έν’ του Θεού.
Μπορεί, μα’ν τζιαι χαλά την,
θωρεί με τζιαι χαμογελά,
τούντην ψυσιήν κολλά την!
Και στο ποίημα «Επιθυμίες», όπως έγραψα και στο πρόλογο, οι στίχοι
«να μ’ αξιώσει ο θεός στους τόπους μας να ζήσω,
ελεύθερα τζι ειρηνικά να σας ποσιαιρετίσω!»
είναι για το Κώστα και για το κάθε Κύπριο πρόσφυγα η επιθυμία, η ελπίδα και το όνειρο της επιστροφής στους κατεχόμενους τόπους μας,
Στα βήματα των μεγάλων Κύπριων ποιητών…
Ο Κώστας Σπυρής μ’ αυτή τη ποιητική του συλλογή σε άψογη Κυπριακή ντοπιολαλιά ακολουθεί τα βήματα των μεγάλων μας ποιητών που έγραψαν στη Κυπριακή ντοπιολαλιά, του Βασίλη Μιχαηλίδη, του Δημήτρη Λιπέρτη, του Κώστα Μαρκίδη, του Κώστα Μόντη. και άλλων.
Κι ακόμα στα ποιήματα της συλλογής δίνει μια ζωντανή εικόνα του 74 που αγγίζει τον κάθε αναγνώστη γιατί οι στίχοι βγαίνουν μέσα από τη ψυχή του κάθε πρόσφυγα σ’ όλη τη γη.
Εύχομαι Κώστα καλή συνέχεια στο ποιητικό σου ταξίδι και να κρατάς ζωντανή τη μνήμη των προσφύγων αλλά και να μαθαίνουν οι νεότεροι τη πικρή αλήθεια της προσφυγιάς στη Κύπρο.
Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.
Ακολουθήστε τις ειδήσεις του speaknews.gr στο Google News πατώντας εδώ










[…] ΚΩΣΤΑΣ ΣΠΥΡΗΣ: «Πενήντα χρόνια έν πολλά…» […]