
Του Ανδρέα Γρ. Ορφανίδη*
Σε μια περίοδο που η Κύπρος διέρχεται μια από τις πιο κρίσιμες φάσεις της σύγχρονης ιστορίας της, η διάβρωση των θεσμών και η καταρράκωση της εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος αναδεικνύονται όχι απλώς ως συμπτώματα δυσλειτουργίας, αλλά ως βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα. Το φαινόμενο της θεσμικής έκπτωσης, της υπονόμευσης της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας των θεσμών, της αδιαφάνειας, της πελατειακής διαχείρισης της εξουσίας και της διαπλοκής με ιδιωτικά ή κομματικά ή άλλα συμφέροντα δεν αποτελεί απλώς συγκυριακή παθογένεια, αλλά έχει καταστεί διαχρονική μορφή λειτουργίας του κράτους. Από την απαξίωση των κομμάτων και κυβερνητικών σωμάτων μέχρι τις δημόσιες συγκρούσεις μεταξύ θεσμικών αξιωματούχων, από την υποβάθμιση της Δικαιοσύνης λόγω καθυστερήσεων, αντιφάσεων, έλλειψης λογοδοσίας και εμπιστοσύνης των πολιτών μέχρι τη συστηματική απαξίωση τόσο νομοθετικών λειτουργιών όσο και ελεγκτικών αρχών όταν αυτές φέρνουν στο φως δυσάρεστες αλήθειες, η Κύπρος βιώνει μια πρωτοφανή κρίση θεσμικής αξιοπιστίας. Την ίδια στιγμή, οι πολίτες εκφράζουν με κάθε ευκαιρία την απογοήτευσή τους για το κράτος, τους πολιτικούς και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων. Δημοσκοπήσεις καταγράφουν δραματικά ποσοστά δυσπιστίας προς τη Βουλή, την Εκτελεστική Εξουσία και τη Δικαιοσύνη. Η ψήφος γίνεται όλο και περισσότερο αρνητική, εκφράζοντας αποστροφή και όχι προσδοκία. Η αποχή και η ψήφος διαμαρτυρίας ενισχύονται, και οι ενεργοί πολίτες υποχωρούν και αποστασιοποιούνται. Σ’ αυτό το κλίμα θεσμικού σκεπτικισμού και κοινωνικού κυνισμού, ο κίνδυνος δεν είναι απλώς η αποδυνάμωση της δημοκρατικής λειτουργίας, αλλά η πλήρης απονομιμοποίηση του κράτους δικαίου και η εδραίωση ενός κυνικού ατομικισμού, όπου η ιδιοτέλεια υποκαθιστά την εμπιστοσύνη.
Απέναντι σ’ αυτή την κατάσταση, η Κυπριακή Δημοκρατία καλείται να απαντήσει όχι με αποσπασματικά ημίμετρα, αλλά με ένα σαφώς καθορισμένο, ριζικό, ρεαλιστικό και εφικτό στρατηγικό σχεδιασμό. Η ανασύνταξη του κράτους περνά μέσα από την οργάνωση ενός εθνικού θεσμικού οδικού χάρτη, με μακροπρόθεσμο ορίζοντα, συγκεκριμένα στάδια και δράσεις, και κυρίως με διαρκή μηχανισμό εποπτείας και αξιολόγησης. Η επανεκκίνηση της εμπιστοσύνης απαιτεί τη ριζική θωράκιση της ανεξαρτησίας των θεσμών, την υιοθέτηση αρχών και διαδικασιών διασφάλισης της ποιότητας, την καθολική διαφάνεια σε κάθε πτυχή της κρατικής λειτουργίας, την εγκαθίδρυση συστήματος λογοδοσίας για όλους τους λειτουργούς και αιρετούς και την ενεργή συμμετοχή των πολιτών στην εποπτεία του κράτους. Σ’ αυτή τη βάση, ένας στρατηγικός σχεδιασμός με τρεις βασικούς πυλώνες πενταετούς πνοής μπορεί να αποτελέσει όχι μόνο εργαλείο ανασυγκρότησης, αλλά και μοχλό θεσμικής συνείδησης και Παιδείας.
Ο πρώτος πυλώνας του στρατηγικού σχεδιασμού επικεντρώνεται στη θεσμική θωράκιση της κρατικής λειτουργίας. Σ’ αυτό το στάδιο, οι άμεσες παρεμβάσεις αφορούν την αναθεώρηση του τρόπου διορισμών σε κρίσιμα αξιώματα, τη δημιουργία διαδικασιών ελέγχου, αξιολόγησης των λειτουργών και διασφάλισης της ποιότητας, και τη ριζική ψηφιοποίηση της διοίκησης. Η καθιέρωση επιτροπών κοινοβουλευτικού ελέγχου για κάθε διορισμό σε θέσεις-κλειδιά, με συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και της ακαδημαϊκής κοινότητας, θα λειτουργήσει αποτρεπτικά προς κάθε μορφή πολιτικής συναλλαγής ή κομματικής εύνοιας. Παράλληλα, η ίδρυση ενός Εθνικού Συμβουλίου Θεσμών και Δημοκρατίας, με ανεξαρτησία, κύρος και αρμοδιότητα αποτίμησης της θεσμικής λειτουργίας, θα θέσει τα θεμέλια για μια διαρκή, θεσμικά κατοχυρωμένη παρακολούθηση της ποιότητας της δημοκρατίας. Κεντρικός πυλώνας της πρώτης φάσης είναι και η πλήρης ψηφιακή διαφάνεια όλων των αποφάσεων, δαπανών και συμβάσεων του κράτους. Με την καθιέρωση μιας ηλεκτρονικής βάσης δεδομένων, δημόσιας και ελεύθερης για κάθε πολίτη, στην οποία θα αναρτώνται όλες οι πράξεις του Δημοσίου και των ημικρατικών οργανισμών, θα αποκατασταθεί το θεμελιώδες δικαίωμα στην πληροφόρηση και θα ενισχυθεί η κοινωνική εποπτεία. Η αναθεώρηση του νομικού πλαισίου για το Πόθεν Έσχες και η διασταύρωση των περιουσιακών δηλώσεων από ανεξάρτητη αρχή θα αποτελέσει σαφή τομή στον τρόπο που αντιλαμβάνεται ο πολιτικός κόσμος τη λογοδοσία.
Ο δεύτερος πυλώνας του στρατηγικού σχεδιασμού αφορά τη δικαιοσύνη, τη λογοδοσία και την εγκαθίδρυση συστημάτων κοινωνικού ελέγχου. Εδώ, η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αποκτά στρατηγικό χαρακτήρα, όχι μόνο μέσα από θεσμικές διασφαλίσεις αλλά και μέσα από διαδικασίες αξιολόγησης, διαφάνειας και συμμετοχής. Η σύσταση Ανώτατου Συμβουλίου Δικαιοσύνης, το οποίο θα περιλαμβάνει και μη δικαστικούς εκπροσώπους, εγγυάται όχι μόνο την εσωτερική δημοκρατικότητα του συστήματος, αλλά και τον εξωτερικό έλεγχο της λειτουργίας του. Οι προαγωγές, οι αποσπάσεις και οι κρίσεις των δικαστών θα πρέπει να αιτιολογούνται δημοσίως, και η αξιολόγησή τους να γίνεται βάσει αντικειμενικών κριτηρίων. Η εμπιστοσύνη στη Δικαιοσύνη μπορεί να αποκατασταθεί μόνο όταν η ίδια λειτουργεί με αξιοκρατία, διαφάνεια και ταχύτητα. Στην ίδια κατεύθυνση, ο σχεδιασμός προβλέπει την εκ βάθρων αναδιοργάνωση της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, που σήμερα πάσχει από θεσμική αοριστία και λειτουργική αναποτελεσματικότητα. Μια ανεξάρτητη Αρχή με ερευνητικές αρμοδιότητες, δικαίωμα πρόσβασης σε αρχεία, δυνατότητα αυτεπάγγελτων ερευνών και εξουσία να παραπέμπει άμεσα υποθέσεις στη Γενική Εισαγγελία θα λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάθε φαινόμενο πολιτικής ή διοικητικής αυθαιρεσίας. Επιπλέον, η καθιέρωση ενός Κώδικα Πολιτικής Ηθικής και Θεσμικής Ακεραιότητας, υποχρεωτικού για όλους τους πολιτειακούς αξιωματούχους και δημόσιους λειτουργούς, με συγκεκριμένους μηχανισμούς εποπτείας και κυρώσεων, θα καταστήσει σαφές ότι το ήθος δεν είναι ατομική ευθύνη αλλά συστατικό στοιχείο της δημοκρατικής λειτουργίας.
Ο τρίτος πυλώνας του στρατηγικού σχεδιασμού εστιάζει στη μακροπρόθεσμη εμπέδωση της εμπιστοσύνης, μέσα από την Παιδεία, την ενημέρωση και την ενεργό συμμετοχή. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η εισαγωγή σειράς μαθημάτων με κεντρικό θέμα τους Θεσμούς και τη Δημοκρατία σ’ όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, με βιωματικές προσεγγίσεις και συμμετοχικές δραστηριότητες, στοχεύει στη διαμόρφωση πολιτών με θεσμική συνείδηση. Παράλληλα, η θέσπιση μιας Πολιτικής Χάρτας του Πολίτη, που θα συγκεντρώνει όλα τα θεσμικά του δικαιώματα και τα εργαλεία που έχει για να τα ασκήσει, θα ενισχύσει τη διαφάνεια, την ισονομία και την ισοπολιτεία. Κάθε χρόνο, μια ανεξάρτητη έρευνα εμπιστοσύνης θεσμών θα αποτυπώνει την κοινωνική αποτίμηση της θεσμικής λειτουργίας, και τα αποτελέσματά της θα τροφοδοτούν τις δημόσιες πολιτικές. Η δημιουργία βραβείου θεσμικής αριστείας και η επιβράβευση λειτουργών ή φορέων που επιδεικνύουν εξαιρετική θεσμική συμπεριφορά δεν είναι απλώς συμβολική πράξη αλλά μέσο συγκρότησης θεσμικής κουλτούρας.
Η παρακολούθηση της υλοποίησης του στρατηγικού σχεδιασμού ανατίθεται σε Διυπουργική Επιτροπή Θεσμικής Μεταρρύθμισης, που διευρύνεται και ενισχύεται με συμμετοχή εμπειρογνωμόνων, πανεπιστημιακών και κοινωνικών φορέων, με εξαμηνιαία ενημέρωση της Βουλής. Η διαρκής εποπτεία είναι προϋπόθεση για την αποφυγή εκτροχιασμών, καθυστερήσεων και θεσμικού συμβιβασμού.
Ένας τέτοιος στρατηγικός σχεδιασμός δεν μπορεί να είναι προϊόν κομματικής πρωτοβουλίας ή επικοινωνιακής ανάγκης. Προϋποθέτει συνταγματική σοβαρότητα, θεσμική εντιμότητα και ευρεία πολιτική και κοινωνική συναίνεση. Η μάχη για την αποκατάσταση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς δεν είναι ούτε εύκολη ούτε σύντομη. Αλλά είναι αναγκαία, υπαρξιακή και επείγουσα. Χωρίς εμπιστοσύνη, δεν υπάρχει κοινωνική συνοχή. Χωρίς θεσμούς, δεν υπάρχει κράτος. Η Κύπρος έχει μπροστά της μια μοναδική ευκαιρία: να ξαναχτίσει την αξιοπιστία της εκεί που αυτή κλονίστηκε περισσότερο – στο θεμέλιο της ίδιας της δημοκρατίας.
*Πανεπιστημιακού Καθηγητή-Ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη.
Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.
Ακολουθήστε τις ειδήσεις του speaknews.gr στο Google News πατώντας εδώ







