Η τετραπλή φόρμουλα Έρχουρμαν και η ατζέντα της Άγκυρας

 Του Ανδρέα Γρ. Ορφανίδη*


H ανάδειξη του Τουφάν Έρχουρμαν στην ηγεσία της τουρκοκυπριακής κοινότητας δημιούργησε εξαρχής την εντύπωση ότι το πλαίσιο συζήτησης γύρω από το Κυπριακό μπορεί να μετατοπιστεί από την απόλυτη προσκόλληση της Άγκυρας στη λύση δύο κρατών προς μια πιο διαλλακτική ρητορική. Ωστόσο, τα τέσσερα σημεία που ο ίδιος έθεσε ως προϋπόθεση για οποιαδήποτε επανέναρξη διαπραγματεύσεων δείχνουν πως η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Παρά την επαναφορά της ορολογίας της πολιτικής ισότητας και της αποτελεσματικής διαπραγμάτευσης, ο Έρχουρμαν δεν λειτουργεί σε κενό πολιτικής βαρύτητας. Αντίθετα, κινείται μέσα σε μiα δομή εξουσίας που καθορίζεται πρωτίστως από τη στρατηγική του Τούρκου προέδρου για εγκαθίδρυση ενός νέου πλαισίου επίλυσης στο νησί, μακριά από την ομοσπονδία και πιο κοντά στη μονιμοποίηση δύο χωριστών κρατικών οντοτήτων.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι τι ζητά ο Έρχουρμαν, αλλά πώς τα τέσσερα αυτά σημεία επανατοποθετούν τη συζήτηση πάνω σε μiα τροχιά που μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να εξυπηρετήσει το όραμα της Άγκυρας. Και κυρίως, πώς οφείλει η Λευκωσία να τα διαβάσει, να τα αξιοποιήσει όπου υπάρχει δυνατότητα, και να τα εξουδετερώσει όπου αποτελούν παγίδες.

Η πολιτική ισότητα ως γέφυρα ή ως προθάλαμος δύο κρατών;

Η πρώτη προϋπόθεση, η αδιαπραγμάτευτη πολιτική ισότητα των δύο κοινοτήτων, αποτελεί ένα σημείο που εκ πρώτης όψεως δεν αποκλίνει από τα συμφωνημένα πλαίσια του ΟΗΕ. Το πρόβλημα, όμως, βρίσκεται στον τρόπο που ερμηνεύεται. Η τουρκοκυπριακή πλευρά επιμένει εδώ και χρόνια πως η πολιτική ισότητα σημαίνει χωριστή κυριαρχία, χωριστή πηγή εξουσίας και, κατ’ επέκταση, απόλυτη ισοτιμία δύο ξεχωριστών πολιτικών οντοτήτων. Αυτή η ανάγνωση οδηγεί, έστω και έμμεσα, σε μια δομή συνομοσπονδίας ή παράταξης δύο κρατών που συνεργάζονται μόνο σε περιορισμένα πεδία.

Ο Έρχουρμαν, αν και πολύ πιο μετριοπαθής από τον Τατάρ, δεν ακυρώνει με σαφήνεια αυτή την ερμηνεία. Μάλιστα, η προϋπόθεση της πολιτικής ισότητας χωρίς καμία διαπραγμάτευση επί του περιεχομένου της συνδέεται στρατηγικά με το επιχείρημα της τουρκοκυπριακής κοινότητας ότι πρώτα πρέπει να αναγνωριστεί πλήρως η πολιτική τους υπόσταση και μετά να προχωρήσει η συζήτηση για το είδος της λύσης. Με άλλα λόγια, ο Έρχουρμαν «επιστρέφει» στη γλώσσα των ψηφισμάτων των Ηνωμένων Εθνών, αλλά χωρίς να δεσμεύεται ότι αποδέχεται τη Διζωνική Δικοινοτική Ομοσπονδία ως αποκλειστικό μοντέλο. Αυτή η λεπτή ισορροπία είναι κρίσιμη. Διότι δίνει στην Άγκυρα περιθώριο να συνεχίσει να πιέζει για δύο κράτη, υποστηρίζοντας ότι η τουρκική πλευρά παραμένει σε συμφωνημένα πλαίσια, απλώς απαιτεί να αποσαφηνιστεί σωστά η έννοια της πολιτικής ισότητας.

Χρονοδιάγραμμα και στοχοθεσία: Αντίδοτο στη στασιμότητα ή μοχλός πίεσης;

Το δεύτερο σημείο, το χρονοδιάγραμμα και η ξεκάθαρη στοχοθεσία στις διαπραγματεύσεις, είναι κάτι που διεθνώς θεωρείται αναγκαίο για να μην επαναληφθεί η ατέρμονη διαδικασία του παρελθόντος. Ωστόσο, το πώς νοηματοδοτείται έχει στρατηγική σημασία. Η Άγκυρα επιδιώκει εδώ και καιρό ένα «σκληρό» χρονοδιάγραμμα, που θα αναγκάζει είτε την ελληνοκυπριακή πλευρά να αποδεχθεί νέες παραχωρήσεις είτε, αν αυτό δεν συμβεί, να αποδειχθεί, στην εικόνα προς τα έξω, ότι είναι η πλευρά που «μπλοκάρει» τη διαδικασία.

Ο Έρχουρμαν, στο σημείο αυτό, φαίνεται να ευθυγραμμίζεται με τη διεθνή επιθυμία για μια διαδικασία με αρχή, μέση και τέλος. Το πρόβλημα, όμως, είναι πως ένα χρονοδιάγραμμα χωρίς συμφωνία επί του πολιτικού πλαισίου πιθανόν να χρησιμοποιηθεί ως εργαλείο νομιμοποίησης της τουρκικής απαίτησης για «εναλλακτικές λύσεις», δηλαδή τη μονιμοποίηση δύο κρατών. Αν η τ/κ πλευρά ισχυριστεί ότι «τηρήσαμε όλα τα συμφωνημένα αλλά δεν υπάρχει κοινό έδαφος», τότε η Άγκυρα μπορεί να προβάλει το επιχείρημα ότι το μόνο ρεαλιστικό μέλλον είναι η αναγνώριση δύο οντοτήτων.

Αποτελεσματική διαπραγμάτευση: Σαφές βήμα προόδου ή επιχείρηση ενοχοποίησης;

Το τρίτο σημείο αφορά τον «προσανατολισμό στο αποτέλεσμα». Πρόκειται για μια έκφραση που χρησιμοποίησαν πολλές φορές τα Ηνωμένα Έθνη, αλλά στο Κυπριακό έχει αποκτήσει πιο περίπλοκο νόημα. Η Άγκυρα επιθυμεί μια διαδικασία όπου οι Ελληνοκύπριοι θα καλούνται ουσιαστικά να δεσμευτούν από την αρχή για αποδοχή μέτρων και ρυθμίσεων που συνδέονται με την ισότιμη κυριαρχία. Μια τέτοια διαδικασία μπορεί να οδηγήσει σε πίεση για «γρήγορες» αποφάσεις που αλλάζουν τον αρθρωμένο χαρακτήρα της ομοσπονδιακής λύσης.

Ο Έρχουρμαν χρησιμοποιεί την ορολογία της διεθνούς διπλωματίας, αλλά μέσα σε ένα περιβάλλον όπου η Άγκυρα έχει ξεκαθαρίσει πως το «αποτέλεσμα» που επιδιώκει δεν είναι πλέον η ΔΔΟ. Συνεπώς, η έννοια της αποτελεσματικότητας, αν δεν επανασυνδεθεί ρητά με τα ψηφίσματα και το συμφωνημένο πλαίσιο, μπορεί να λειτουργήσει ως δούρειος ίππος για να μετακινηθεί ο διάλογος προς νέα μοντέλα λύσης.

Η αποφυγή επιστροφής στο status quo: Ειλικρινής επιθυμία ή στρατηγικός μοχλός;

Το τέταρτο σημείο, η άρνηση μιας διαδικασίας που στο τέλος οδηγεί απλώς στην επιστροφή στο status quo, είναι ίσως το πιο κρίσιμο. Η τουρκοκυπριακή πλευρά εδώ και δεκαετίες θεωρεί ότι οι διαπραγματεύσεις εξυπηρετούν πρωτίστως την ελληνοκυπριακή πλευρά, επιτρέποντάς της να «τρέφεται» από την αναγνωρισμένη κρατική υπόσταση της Κυπριακής Δημοκρατίας χωρίς να καταβάλλει ουσιαστικές παραχωρήσεις. Η Άγκυρα αξιοποιεί αυτό το επιχείρημα για να πιέσει ότι η μόνη εναλλακτική στην αποτυχία πρέπει να είναι η αποδοχή της διπλής κρατικής κυριαρχίας. Ο Έρχουρμαν, χωρίς να υιοθετεί το αφήγημα Τατάρ περί «δύο λαών-δύο κρατών», αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο ότι η διαδικασία δεν μπορεί να συνεχίζεται χωρίς δεσμευτική κατάληξη. Αυτό, όμως, ευθυγραμμίζεται με τη στρατηγική της Άγκυρας, δηλαδή αν δεν υπάρχει γρήγορη συμφωνία σε νέο πλαίσιο, τότε η λύση δύο κρατών πρέπει να τεθεί στο τραπέζι ως «ρεαλιστική».

Πώς πρέπει να κινηθεί η Λευκωσία: Στρατηγικές εισηγήσεις

Απέναντι σ’ αυτό το περίπλοκο μωσαϊκό, η ελληνοκυπριακή πλευρά δεν μπορεί να προσεγγίσει τα τεσσερα σημεία ως μια ενιαία απόρριψη, ούτε όμως να τα αποδεχθεί άκριτα. Αντίθετα, χρειάζεται μια έξυπνη, ευέλικτη και πολυεπίπεδη στρατηγική.

Πρώτον, η Λευκωσία πρέπει να αποσυνδέσει την πολιτική ισότητα από την «κυριαρχική ισοτιμία». Αυτό σημαίνει ξεκάθαρη διεθνή ενημέρωση πως η πολιτική ισότητα, όπως ορίζεται στα ψηφίσματα του ΟΗΕ, δεν παραπέμπει σε ισότιμα κράτη, αλλά σε συμμετοχή σε μια ομοσπονδιακή αρχιτεκτονική. Ο Έρχουρμαν, σε αντίθεση με τον Τατάρ, είναι πιο δεκτικός σε τέτοιο διάλογο και αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί.

Δεύτερον, η Λευκωσία μπορεί να αποδεχθεί ένα χρονοδιάγραμμα υπό μια βασική προϋπόθεση, ότι, δηλαδή, η έναρξη των διαπραγματεύσεων γίνεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της ΔΔΟ, περιλαμβανομένων των επιτευχθεισών συγγκλίσεων και του πλαισίου Γκουτέρες. Κάθε άλλη «ουδετερότητα» στο πολιτικό πλαίσιο θα επιτρέψει στην Άγκυρα να χρησιμοποιήσει το χρονοδιάγραμμα ως μηχανισμό πίεσης για «αναζήτηση νέων λύσεων».

Τρίτον, η έννοια της αποτελεσματικότητας πρέπει να επανανοηματοδοτηθεί. Η Λευκωσία οφείλει να προτείνει ένα σαφές πλαίσιο εργασίας, δηλαδή θεματική ατζέντα, σφαιρικές συγκλίσεις και μηχανισμούς επίλυσης αδιεξόδων. Όχι όμως διαδικασίες που οδηγούν σε καταναγκασμό για συμφωνίες εκτός ομοσπονδίας.

Τέταρτον, η «μη επιστροφή στο status quo» μπορεί να μετατραπεί από τουρκικό επιχείρημα σε ευκαιρία της ελληνοκυπριακής πλευράς. Η Λευκωσία μπορεί να υποστηρίξει ότι η μόνη πραγματική αποφυγή του status quo είναι η ΔΔΟ, όχι δύο κράτη, που απλώς παγιώνουν τη διχοτόμηση.

Πέμπτον, απαιτείται μια παράλληλη εκστρατεία επαναπροσέγγισης της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Ο Έρχουρμαν είναι πολιτικός που επηρεάζεται βαθιά από το κοινωνικό κλίμα στα κατεχόμενα. Όσο η ελληνοκυπριακή πλευρά απουσιάζει από αυτή τη συζήτηση, τόσο η Άγκυρα θα «εποπτεύει» απόλυτα τις επιλογές του.

Έκτον, η Λευκωσία πρέπει να οικοδομήσει διεθνείς συμμαχίες που αποδεσμεύουν τον διεθνή παράγοντα από τη λογική της «ουδετερότητας» μεταξύ δύο μοντέλων λύσης. Η ΔΔΟ δεν είναι «θέση της μιας πλευράς», αλλά η μόνη βάση επίλυσης που έχει αναγνωριστεί διεθνώς, ιστορικά και θεσμικά.

Συμπερασματικά, τα τέσσερα σημεία του Έρχουρμαν δεν πρέπει να διαβαστούν ως μια νέα εποχή στο Κυπριακό αλλά ως μια προσαρμοσμένη, και πιο επικοινωνιακά ευέλικτη, εκδοχή της στρατηγικής που εδώ και χρόνια εφαρμόζει η Άγκυρα. Παρά την πιο μετριοπαθή ρητορική, το πλαίσιο που θέτει μπορεί, υπό ορισμένες συνθήκες, να εξυπηρετήσει τη λογική των δύο κρατών. Η ελληνοκυπριακή πλευρά οφείλει να κινηθεί με σαφήνεια, συνέπεια και στρατηγικό βάθος. Να αποδεχθεί, δηλαδή,  όσα στοιχεία ευνοούν μια επιστροφή στη συμφωνημένη βάση και να απορρίψει, με ευελιξία και τεκμηρίωση, όσα αποτελούν παγίδα αλλαγής πλαισίου. Διότι το μέλλον της διαπραγμάτευσης θα κριθεί όχι από το τι λέγεται δημόσια, αλλά από το πώς διαβάζει και μεταφράζει κάθε πλευρά τα ρητορικά σήματα του αντιπάλου της.

*Πανεπιστημιακού-ανθρωπολόγου, πρώην πρύτανη.


Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.

Ακολουθήστε τις ειδήσεις του speaknews.gr στο Google News πατώντας εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ