Ο Κάφκα και η νομική, το δίκαιο και η λογοτεχνία

Γράφει ο Στέργιος Μήτας

Ο Κάφκα σπούδασε νομική – μετά βίας όμως άντεχε τις σπουδές του. Του ήταν ανυπόφορο, όπως γράφει σε αλληλογραφία του, να μελετάει· κι ένιωθε την ανάγκη κάθε στιγμή να βγαίνει στο παράθυρο, «με το αηδιαστικό ρωμαϊκό δίκαιο σφιγμένο ανάμεσα στα δόντια». Αργότερα ακόμη, όταν άσκησε νομικό επάγγελμα, το έκανε μόνο και μόνο γιατί το πόστο και οι συνθήκες εργασίας του (υπάλληλος στο νομικό τμήμα μιας ασφαλιστικής εταιρείας) του άφηναν χρόνο και αντοχές για να γράφει.

Οι σπουδές του δεν άφησαν ωστόσο ανέγγιχτη τη λογοτεχνία του. Τα έργα του είναι γεμάτα από αναφορές στο δίκαιο, τις διαδικασίες και τους λειτουργούς του, τη δικαιοσύνη και τους γρίφους της. Οι νομικοί μπορεί βεβαίως –αρκετοί– να τονίζουν ότι η γραφίδα του Κάφκα δεν μας κάνει, δεν μπορεί να το κάνει, να καταλάβουμε ένα νομικό σύστημα (το να διαβάζουμε τη Δίκη του Κάφκα σαν εγχειρίδιο δικονομίας είναι σαν να διαβάζουμε τη Φάρμα των ζώων του Όργουελ σαν μια παμφλέτα αγροτικού μάνατζμεντ, σημειώνει ο Αμερικανός δικαστής και καθηγητής Ρίτσαρντ Πόσνερ). Άλλοι πάλι, όπως ο πρώην δικαστής του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ Άντονι Κένεντι, έχουν υποστηρίξει ότι η Δίκη είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα απ’ ό,τι στη φαντασία ή την αλληγορία: σε σχέση, ακριβώς, με το πώς βιώνει το νομικό σύστημα ένας ανειδίκευτος νομικά πολίτης, ο καθημερινός πελάτης ενός δικηγόρου.

Παρά τις απίθανα πλούσιες και διαφορετικές ερμηνείες που εμπνέει το έργο του Κάφκα, ο Κένεντι λέει, όντως, κάτι το σημαντικό εδώ: Οι ήρωες του Κάφκα αναζητούν αγωνιωδώς, προσμένουν λυτρωτικά το δίκαιο, όμως δεν το προσεγγίζουν ποτέ. Αυτό που αποκαλούμε «δικαιοσύνη» παραμένει ένα ακατανόητο και απειλητικό σκηνικό, πόρτες σφαλισμένες και υδραργυρικοί κανόνες. Οι ήρωες φθάνουν να εσωτερικεύουν τη ματαίωση, από ένα σημείο κα μετά απολαμβάνουν να βλέπουν τα «δίκαια αιτήματά» τους να απορρίπτονται. Η καφκική δικαιοσύνη είναι η πραγματικότητα των πολλών (ή μήπως όλων;).

Πάντως, αυτό που σίγουρα δεν θα περίμενε ο Κάφκα είναι να δει τον εαυτό του «να τον ρίχνουν στη διδακτέα ύλη» μιας νομικής σχολής. Κι όμως είναι έτσι. Σήμερα υπάρχουν σχολές που διδάσκουν, στήνουν σεμινάρια και συνέδρια με αναλύσεις και αντικείμενα όπως τα παραπάνω· σε ένα πεδίο μελετών που ονομάζεται, ακριβώς, «Δίκαιο και Λογοτεχνία». Παθιασμένοι ειδικοί καταπιάνονται να δούνε πώς καθρεφτίζεται το δίκαιο στη λογοτεχνία (βλ. τις αναπαραστάσεις του δικαίου σε λογοτεχνικά έργα). Προσμένοντας, έτσι, να φωτίσουν πτυχές τις οποίες παρακάμπτει ή πνίγει η ίδια η κατανόηση του δικαίου για τον εαυτό του. Κάνουν όμως και το αντίστροφο, προσπαθούν να στοχαστούν τις παραθλάσεις της λογοτεχνίας στο χώρο του δικαίου: εστιάζουν στο στοιχείο της αφήγησης, στα ρητορικά και υφολογικά τεχνάσματα, στις σχέσεις σύγκλισης και απόκλισης ανάμεσα στη νομική ερμηνεία και αυτή των λογοτεχνικών κειμένων.  

Δεν είναι τυχαίο ότι η στροφή σε μια τέτοια μελέτη συνοδεύεται συχνά και από μια αγωνία πολλών νομικών, για επανεύρεση της ουμανιστικής ταυτότητας της επιστήμης τους. Δεν μπορεί να αναλύουμε (και να δεχόμαστε) το δίκαιο, λένε, μονάχα ως αυτονόητη θεσμική αυθεντία ή ως σύνολο στεγνών κανόνων. Δίχως αναζήτηση και ανάκτηση των ευρύτερων νοημάτων και των βαθύτερων αξιών που το συναρμόζουν. Οι «αρραβώνες δικαίου και λογοτεχνίας» μοιάζουν έτσι να υπόσχονται –μαζί– και το επανασμίξιμο του δικαίου με άλλους δύο, αποχωρισμένους του οικείους: την ηθική και τη φιλοσοφία.

Μια καλή ιδέα και πλούσιο προβληματισμό για όλα τα παραπάνω προσφέρει και το βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα, με τίτλο «Λογοτεχνία και Δίκαιο: Πτυχές μια πολυσύνθετης σχέσης», από τη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και το Νεοελληνικό Σπουδαστήριο Πετρώνδα του Πανεπιστημίου Κύπρου(εκδόσεις Hippasus, 2020). Το έργο φιλοξενεί 22 συμβολές από νομικούς, φιλολόγους, συγγραφείς κ.ά. από την Ελλάδα και την Κύπρο, σε επιμέλεια των Αχιλλέα Κ. Αιμιλιανίδη, Παντελή Βουτουρή, Μαρίνου Πουργούρη, Στέργιου Μήτα. Διερευνά τις πολύπλευρες σχέσεις δικαίου και λογοτεχνίας με άξονα έργα κλασικών ή και νεώτερων δημιουργών (Αισχύλος, Σαίξπηρ, Νίτσε, Ντοστογιέφσκι, Σεφέρης, Φραγκιάς. Γαλανάκη, Αγκάθα Κρίστι κ.ά., όπως και στους στίχους του Ντίλαν ή τα έργα του Αγγελόπουλου). Το βιβλίο κυκλοφορεί στην Ελλάδα από τα Βιβλιοπωλεία Ιανός. 

* Ο Στέργιος Μήτας είναι επίκουρος καθηγητής στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας. Έχει εκδώσει τη μονογραφία Η αλληλεγγύη ως θεμελιώδης αρχή δικαίου (Ίδρυμα Σάκη Καράγιωργα, 2016), μελέτες σε περιοδικά και τόμους, καθώς και τις ποιητικές συλλογές Έμμετρη φυσική ιστορία των θεάτρων (Μικρή Άρκτος, 2013) και Ξέρετε το τέλος ([μαζί με Θ. Ρακόπουλο και Α. Ψάλτη] Αντίποδες, 2017).

Προηγούμενο άρθροΤεύχος 14, Μάρτιος 2021
Επόμενο άρθροEkaterina Gritsan Η γνώση της ρωσικής γλώσσας δίνει πολλά πλεονεκτήματα

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ