Ο εξελληνισμός της Κύπρου πριν 3.400 χρόνια και το συνεχές «Κυπριακό Πρόβλημα»

Γράφει ο Ανδρέας Γρ. Ορφανίδης

«Από τον 14ο αιώνα π.Χ. που ξεκίνησε ο εξελληνισμός της, η Κύπρος αντιμετωπίζει το λεγόμενο ‘Κυπριακό Πρόβλημα’, με διάφορες εξωτερικές δυνάμεις να στοχεύουν και να επιχειρούν τον έλεγχο της Κύπρου για εκμετάλλευση της γεωστρατηγικής της θέσης και των φυσικών της πόρων, και με το λαό της Κύπρου να υπερασπίζεται την ελληνική του ταυτότητά και πολιτισμό».

Η Μυκηναϊκή επέκταση στην Ανατολική Μεσόγειο κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού (16ος – 11ος αι. π.Χ.) επέφερε για τους Μυκηναίους, τους πρώτους δηλαδή Έλληνες στην ηπειρωτική Ελλάδα, τη διαπίστωση ότι η Κύπρος κατείχε στρατηγική θέση στις θαλάσσιες διαδρομές μεταξύ Ελλάδας και Μέσης Ανατολής. Οι Μυκηναίοι το εκμεταλλεύτηκαν, και ήδη από τον 14ο αιώνα π.Χ. ξεκίνησαν την ίδρυση και λειτουργία σταθμών διαμετακομιστικού εμπορίου στην Κύπρο που διευκόλυναν τις εμπορικές τους δραστηριότητες με την Μέση Ανατολή. Στο μεταξύ, κάτι εξίσου σημαντικό τους οδήγησε να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στο νησί, να κυριαρχήσουν σταδιακά σε αυτό, να αποκτήσουν τον έλεγχο της επικράτειάς του και σταδιακά να το εξελληνίσουν. Ήταν το γεγονός ότι η Κύπρος ήταν μια από τις σημαντικότερες πηγές χαλκού στη Μεσόγειο.

Διάρθρωση οικισμών, αστικά κέντρα και οικονομία

Ένας νέος τύπος οικονομίας και πολιτικής οργάνωσης εμφανίστηκε στην Κύπρο, βασισμένος στη Μυκηναϊκή εκμετάλλευση του χαλκού. Το νέο οικονομικό και πολιτικό σύστημα προκάλεσε αύξηση των οικισμών και του πληθυσμού στις περιοχές εκμετάλλευσης, επεξεργασίας και εξαγωγής του χαλκού, και αντανακλάται από τη γεωγραφική κατανομή των οικισμών που στόχευε στην εξυπηρέτηση της μέγιστης εκμετάλλευσης των πηγών χαλκού προς όφελος των Μυκηναίων. Με άλλα λόγια, η κατανομή και η οργάνωση των οικισμών κατά την Ύστερη Εποχή του Χαλκού στην Κύπρο αντικατοπτρίζουν τον πλήρη οικονομικό και πολιτικό έλεγχο και κυριαρχία των Μυκηναίων στην Κύπρο.

Οι οικισμοί ήταν διαρθρωμένοι σε ομάδες/συμπλέγματα/συστάδες. Κάθε ομάδα/σύμπλεγμα/συστάδα περιλάμβανε ένα πλούσιο παράκτιο αστικό κέντρο με λιμάνι. Τα παράκτια αστικά κέντρα καταλάμβαναν εξέχουσες θέσεις σ’ αυτές τις ομάδες οικισμών. Αυτό είναι προφανές λαμβάνοντας υπόψη τον πλούτο που ανακαλύφθηκε κατά τις ανασκαφές, τη λειτουργία τους ως βιομηχανικές πόλεις που ασχολούνταν με την τελική επεξεργασία και παραγωγή χαλκού από το ορυκτό μετάλλευμα, καθώς και στοιχεία ύπαρξης σ’ αυτά γραμματισμού (επιγραφές). Τα παράκτια αστικά κέντρα προφανώς παρείχαν επικοινωνία με περιοχές εκτός Κύπρου, προωθώντας έτσι το εμπόριο με το Αιγαίο, τη Μικρά Ασία, τη Συρία-Παλαιστίνη και την Αίγυπτο. Αλλά πάνω απ’ όλα, έλεγχαν την εξόρυξη, επεξεργασία, παραγωγή και εξαγωγή του χαλκού για ικανοποίηση πρωτίστως των σχετικών αναγκών των ίδιων των Μυκηναίων, αλλά και των αναγκών των αγορών στην Ανατολική Μεσόγειο που εκείνοι εξυπηρετούσαν. Το Μυκηναϊκό εμπόριο είναι πολύ καλά τεκμηριωμένο αρχαιολογικά σε σχεδόν όλες τις ομάδες οικισμών, κρίνοντας ειδικά από τη Μυκηναϊκή κεραμική και άλλα αντικείμενα που έφτασαν στο αποκορύφωμά τους προς το τέλος της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Αυτό το εισαγόμενο Μυκηναϊκό υλικό προφανώς διανεμόταν στα διάφορα μέρη σε κάθε ομάδα οικισμών μέσω των μεγάλων παράκτιων αστικών κέντρων, τα οποία τελικά εξελίχθηκαν σε Μυκηναϊκές αποικίες.

Ένας αριθμός οικισμών σε κάθε ομάδα βρίσκονταν κοντά σε ορυχεία χαλκού. Ο πληθυσμός τους ασχολούνταν κυρίως με την εξαγωγή και προκαταρκτική επεξεργασία του ορυκτού χαλκού. Στην πράξη, οι οικισμοί αυτοί ήταν τοποθετημένοι σε γραμμές επικοινωνίας με τα πλούσια βιομηχανικά παράκτια αστικά κέντρα, έτσι ώστε η πρώτη ύλη χαλκού που παραγόταν από αυτά να μεταφέρεται στα παράκτια αστικά κέντρα. Από την άλλη, ευρήματα σε ανασκαφές βιομηχανικού εξοπλισμού στα παράκτια αστικά κέντρα δείχνουν ότι εκεί γινόταν η τελική επεξεργασία του χαλκού και η κατασκευή από αυτόν είτε χάλκινων προϊόντων, είτε ταλάντων για εξαγωγή. Αυτή η δραστηριότητα ήταν τότε η κύρια βάση της οικονομίας, η οποία προφανώς εξυπηρετούσε πρωτίστως τους Μυκηναίους σε περιφερειακή βάση, και δευτερευόντως τον τοπικό πληθυσμό.

Σύστημα οικονομικής και διοικητικής οργάνωσης

Η ροή ακατέργαστου χαλκού, ξυλείας και γεωργικού πλεονάσματος από τη μία, και η ροή εισηγμένων κεραμικών και άλλων αντικειμένων από την άλλη, είναι χαρακτηριστικά της φύσης των κοινωνικοοικονομικών σχέσεων μεταξύ των διαφόρων αστικών κέντρων και οικισμών, και της συνολικής οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης. Φαίνεται ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πρότυπο διαδραστικών σχέσεων, επικοινωνίας και αλληλεπίδρασης μεταξύ του παράκτιου αστικού κέντρου και των άλλων οικισμών, και ένα συγκεκριμένο πολιτικοοικονομικό μοντέλο που επαναλαμβανόταν σε κάθε ομάδα οικισμών, όπου τα παράκτια αστικά κέντρα – τα οποία ελέγχονταν εξ ολοκλήρου από τους Μυκηναίους – μπορούν να ταξινομηθούν ως κέντρα υψηλής τάξης, και οι άλλοι οικισμοί σε κάθε ομάδα ως κέντρα χαμηλής τάξης.

Φαίνεται ότι οι θρησκευτικοί θεσμοί γενικά και το ιερατείο ειδικότερα ήταν τα κύρια συστατικά της ελίτ της πολιτικής και οικονομικής κυριαρχίας. Αυτό φαίνεται σαφώς, για παράδειγμα, στο Κίτιο, όπου στη βιομηχανική του συνοικία Καθάρι στο βόρειο τμήμα του, τα βιομηχανικά εργαστήρια χαλκού βρίσκονταν εντός του θρησκευτικού χώρου των ιερών, που ελεγχόταν από το ιερατείο που προφανώς αποτελούσε, μαζί με τη θρησκευτική, και την πολιτική και οικονομική εξουσία. Αυτό το είδος Μυκηναϊκής πολιτικής και οικονομικής ελίτ έπαιξε σημαντικό ρόλο, λόγω της φύσης και της λειτουργίας του, στην εισαγωγή και επικράτηση της Ελληνικής Μυκηναϊκής θρησκείας, γλώσσας, τέχνης και πολιτισμού γενικά στον τοπικό πληθυσμό. Αυτό ουσιαστικά οδήγησε στον ομοιόμορφο εξελληνισμό των διαφόρων περιοχών της Κύπρου στο πλαίσιο της εφαρμογής του συγκεκριμένου μοντέλου πολιτικής και οικονομικής οργάνωσης.

Εξελληνισμός και «Κυπριακό Πρόβλημα»

Ο εξελληνισμός της Κύπρου, που ξεκίνησε στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού, αναπτύχθηκε και ολοκληρώθηκε στις επόμενες ιστορικές περιόδους. Οι εμπορικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες των Μυκηναίων στην Ανατολική Μεσόγειο, μαζί με την εκμετάλλευση και το εμπόριο του χαλκού, ήταν τα σημεία εκκίνησης για την παρουσία τους και μεταφορά στην Κύπρο του πολιτισμού τους, του Ελληνικού πολιτισμού. Οι Μυκηναίοι, που στο πλαίσιο του μοντέλου της Θεωρίας του Κεντρικού Τόπου, που περιέγραψα και ανάλυσα πιο πάνω, ενήργησαν αρχικά ως ελέγχουσα οικονομική και πολιτική ελίτ εκτός του συστήματος, και μετά τη σταδιακή μετανάστευση, αποικισμό κυρίως μετά την κάθοδο των Δωριέων και τον Τρωικό πόλεμο, και οικονομική και πολιτική κυριαρχία επί των παράκτιων αστικών κέντρων και περιφερειών τους, κυριάρχησαν στην Κύπρο, οδηγώντας έτσι στην ολοκλήρωση του εξελληνισμού της, που περιλάμβανε επίσης, σε μικρή κλίμακα, και άλλα περιφερειακά κοινωνικά και πολιτιστικά στοιχεία και επιρροές από άλλες περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου. Έκτοτε, η Κύπρος αντιμετωπίζει σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας της το λεγόμενο «Κυπριακό Πρόβλημα», με διάφορες εξωτερικές δυνάμεις σε διαφορετικές χρονικές περιόδους να στοχεύουν και να επιχειρούν τον έλεγχο της Κύπρου για εκμετάλλευση της γεωστρατηγικής της θέσης και των φυσικών της πόρων, και με το λαό της Κύπρου να υπερασπίζεται την ελληνική του ταυτότητά και πολιτισμό.

*Πρώην πρύτανης και νυν καθηγητής Ιστορίας-Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Philips στη Λευκωσία.
Προηγούμενο άρθροΤέρψα Αγαθοκλέους-Παπακώστα: “Η ιστορία ως αναπαράσταση και προέκταση οικείων βιομάτων”
Επόμενο άρθροΣωκράτης Φάμελλος, Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ Β’ Θεσσαλονίκης: “Να συμπεριληφθεί η Θεσσαλονίκη στο σχεδιασμό του Ταμείου Ανάκαμψης”

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ