Χάρης Κυπριανίδης : «Η μάχη και η αντίσταση σε ένα νομοσχέδιο συνεχίζεται ακόμη και αν αυτό έχει ψηφιστεί»

Πρόεδρος Εργατουπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης

Στον απόηχο της υπερψήφισης του νέου εργασιακού νομοσχεδίου, ο Πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης Χάρης Κυπριανίδης, μιλάει στο SPEAKNEWS και στον Περικλή Βλάχο, για το νέο τοπίο στα εργασιακά, την ατομική διαπραγμάτευση εργαζομένου με εργοδότη, την υπερεργασία με ανταπόδοση σε ρεπό, την τηλεεργασία, τις αστικές ευθύνες στη συνδικαλιστική δράση, και την ανάγκη αύξησης του κατώτατου μισθού.

Κύριε Κυπριανιδη, το νέο εργασιακό νομοσχέδιο υπερψηφίστηκε από τη Βουλή. Ποια είναι η στάση από εδώ και πέρα του εργατικού κέντρου για την προστασία των εργαζομένων.

Η μάχη και η αντίσταση σε ένα νομοσχέδιο συνεχίζεται ακόμη και αν έχει ψηφιστεί, γιατί ξέρουμε πολύ καλά και από το παρελθόν ότι τα κακώς κείμενα για το εργατικό κίνημα σίγουρα θα εφαρμοστούν άμεσα, αλλά τα κάποια καλά που υπάρχουν θα πάνε στο απώτερο μέλλον. Οπότε συνεχίζεται η μάχη ώστε αυτά που πρέπει να εφαρμοστούν άμεσα να μην ξεχαστούν. H ψηφιακή κάρτα εργασίας θα πρέπει να εφαρμοστεί, θα είναι ένα τεράστιο όπλο για την αντιμετώπιση της αδήλωτης εργασίας και για τις μη αμοιβώμενες υπερωρίες. Από την άλλη το σχέδιο της ανεξαρτητοποίησης της επιθεώρησης εργασίας θα συνεχίσει να μας βρίσκει αντίθετους, καθώς θα μας φέρει πολλά προβλήματα, μια πολύμηνη μεταβατική περίοδο κατά την οποία οι εργαζόμενοι δεν θα μπορούν να βρουν το δίκιο τους, να προσφύγουν κάπου και να ελεγχθεί η όποια επιχείρηση.

Τι σημαίνει για τον εργαζόμενο η ατομική διαπραγμάτευση με τον εργοδότη;

Ανάμεσα σε αυτούς τους δύο εταίρους δεν μπορεί να ισχύει ο όρος της διαπραγμάτευσης. Δεν είναι ισοδύναμοι. Δεν μιλάμε για ισοδύναμη διαπραγμάτευση, μιλάμε για επιβολή των ορέξεων της εργοδοσίας, υπό τον φόβο της απόλυσης και της τεράστιας ανεργίας που θα υπάρχει σε λίγους μήνες. Με την εξέλιξή της πανδημίας και την άρση των προστατευτικών μέτρων και των επιδοτήσεων και των αναστολών εργασίας, αυτός ο φόβος θα είναι πλέον μεγαλύτερος.

Σχολιάστε μας την άνοδο του πλαφόν των υπερωριών, και τις κυβερνητικές δηλώσεις για ανταπόδοση με ρεπό.

Η ουσία της εφαρμογής, όπως αναφέρεται στο άρθρο για την οικογενειακή εναρμόνισή, είναι ουσιαστικά ο γονέας να είναι με το παιδί του μία μέρα παραπάνω. Θα αφήσουμε την Παρασκευή ή οποιαδήποτε άλλη καθημερινή να κάτσει ένας εργαζόμενος με το παιδί του, τη στιγμή που τους εννιά μήνες του χρόνου το παιδί είναι στο σχολείο; Είναι περιττό να το εφαρμόσει αυτό ένας εργαζόμενος. Ξέρουμε όμως επίσης ότι δεν πρόκειται αυτή να είναι η πρόταση του εργαζομένου. Το πρόβλημα της εργατικής τάξης αυτή τη στιγμή είναι το ότι θέλει να κάθεται μια μέρα παραπάνω; Χρήματα χρειάζεται ο κόσμος, αύξηση του κατώτατου μισθού χρειάζεται, αν έχει ζόρια να δουλέψει και υπερωρίες και Σάββατα και Κυριακές και να πληρωθεί για αυτά, για να μπορέσει να αυξήσει το εισόδημα του και να ζήσει την οικογένειά του.

Προστέθηκαν και άλλοι κλάδοι στις εξαιρέσεις όπου επιτρέπεται η εργασία την Κυριακή. Πιστεύετε ότι το ίδιο επιφυλάσσει το μέλλον και για άλλους κλάδους;

Εγώ αυτή την προοπτική βλέπω, τουλάχιστον στο μυαλό των ανθρώπων στο Υπουργείο Εργασίας; Και αυτό δεν μας είπε ο κύριος Χατζηδάκης, για τους εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενους που θα δουλεύουν τις Κυριακές, με την οικογένειά τους τι θα γίνει; Αυτοί οι άνθρωποι τα παιδιά τους πότε θα τα δουν; Τις καθημερινές που θα είναι στο σχολείο και θα κάθονται αυτοί σπίτι;

Η τηλεεργασία αποτελεί μια πραγματικότητα. Πώς μπορεί να θωρακιστεί ο εργαζόμενος σε αυτό το πλαίσιο εργασίας;

Είναι μια νέα μορφή εργασίας, που δεν την είχαμε αντιμετωπίσει τουλάχιστον σε αυτό το μέγεθος παλιότερα. Ευτυχώς σε αυτό το νομοσχέδιο εισακούστηκε η απαίτηση της ΓΣΕΕ, και προστέθηκε η κύρωση της διεθνούς σύμβασης αναφορικά με την τηλεεργασία, και έτσι έχουμε από δω και πέρα πλέον ένα πλαίσιο που μπορεί να βάλει κάποιους κανόνες όσον αφορά την τηλεεργασία και το δικαίωμα της αποσύνδεσης. Είναι από τα κυριότερα θέματα, όπως και οι αποζημιώσεις για το τεχνικό εξοπλισμό, ή η παροχή του εξοπλισμού. Με τον καιρό θα υπάρχουν κάποιες αδυναμίες που μπορεί να εμφανιστούν, και θα μπορέσουν να ρυθμιστούν και αυτές. Αλλά το βασικό πλαίσιο λειτουργίας πιστεύω ότι μπήκε.

Η κυβέρνηση μίλησε για διαφάνεια στο συνδικαλισμό. Εγγραφή συνδικάτων στα μητρώα, συμμετοχή εργαζομένων εξ αποστάσεως στις διαδικασίες, αστική ευθύνη, που μας οδηγούν όλα αυτά;

Η διαφάνεια των διαδικασιών απασχολεί πολλά χρόνια την ΓΣΕΕ, για να μην υπάρχουν μελανά σημεία όσον αφορά τις διοικήσεις των σωματείων και τη δράση τους. Αλλά οι αστικές ευθύνες που έχουν επιβληθεί, η δυσχέρεια στις αποφάσεις των απεργιών, αυτά αποτελούν εμπόδιο στην άσκηση του συνταγματικού δικαιώματος της απεργίας των εργαζομένων. Μπορεί ένα σωματείο κάποιων ανθρώπων που θα κινητοποιηθεί να διαδηλώσει, να είναι υπεύθυνο για τον οποιοδήποτε μπορεί να εισχωρήσει και να κάνει τις όποιες ζημιές; Επίσης έχουμε αστική ευθύνη όσον αφορά την παρεμπόδιση των απεργοσπαστών! Ορίζονται αποζημιώσεις για τις εταιρείες, για διαφυγόντα κέρδη αν η απεργία είναι παράνομη! Αντί να κοιτάμε το πώς θα μειώσουμε το εργασιακό κόστος, να κοιτάμε τι γίνεται με τη φορολόγηση των εταιρειών, επειδή τα γύρω κράτη έχουν λιγότερη φορολόγηση και για αυτό προσελκύουν επενδύσεις και μεγάλες εταιρείες, και δεν έρχονται στη δικιά μας χώρα.

Τι έχετε να πείτε για τη συζήτηση που έχει ανοίξει, αν μια επιχείρηση έχει δικαίωμα να απολύσει ανεμβολίαστους εργαζόμενους.

Είναι το κοινωνικό συμφέρον και η δημόσια υγεία από τη μία, και είναι το συνταγματικό και δημοκρατικό δικαίωμα ενός ανθρώπου να μη θέλει να εμβολιαστεί. Η δικιά μου η άποψη είναι ότι τουλάχιστον σε χώρους όπως γηροκομεία, νοσοκομεία, οτιδήποτε έχει σχέση με ιατρικό προσωπικό, είτε θα έπρεπε να εμβολιασθούν όλοι οι εργαζόμενοι εκεί, είτε όσοι δεν εμβολιαστούν, να απασχοληθούν σε θέσεις όπου δεν θα επιτρέπεται η επαφή με κόσμο, αν είναι αυτό δυνατόν. Στους υπόλοιπους χώρους πιστεύω δεν είναι απαραίτητο, γιατί με την διενέργεια των selftest και με ένα μεγάλο ποσοστό εμβολιασμένων, υποτίθεται ότι -και με τα λόγια των λοιμοξιολόγων- χτίζουμε ένα τοίχος ανοσίας.

Αυτή τη στιγμή, ποια είναι τα βασικά, τα πιο επείγοντα αιτήματα του εργατικού κινήματος;

Το βασικό αίτημα είναι η υπογραφή της εθνικής συλλογικής σύμβασης, για το οποίο κωφεύει η κυβέρνηση, η επιστροφή αυτής της διαδικασίας στους κοινωνικούς εταίρους, και φυσικά η αύξηση του κατώτατου μισθού

το οποίο θα έπρεπε να είχε γίνει από τον Ιούνιο-Ιούλιο του 2020. Βάσει των στατιστικών ακόμη και της ΕΛΣΤΑΤ, θα πρέπει ο κατώτατος μισθός να είναι στο 60% του διάμεσου μισθού, η Ελλάδα θα έπρεπε να έχει κατώτατο μισθό 809 €. Υπολοιπόμαστε 160 € ακόμη. Αυτή τη συζήτηση, αυτή τη διαπραγμάτευση και τον ορισμό του κατώτατου μισθού σε αξιοπρεπή επίπεδα, η κυβέρνηση δεν κάθεται να την κάνει. Περιμένουμε λοιπόν την πρόσκληση του κυρίου Χατζηδάκη, για τον ορισμό του κατώτατου μισθού.

Προηγούμενο άρθροΔημήτρης Λακασάς : «Οι μεγάλες δυσκολίες είναι αυτές που οδηγούν σε ριζοσπαστική καινοτομία»
Επόμενο άρθροΚαλοκαιρινές διακοπές στη Βόρεια Ελλάδα!

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ