Το τέλος της μικρής μας πόλης

Του Παντελή Σαββίδη*

Στα παλιά, καλά, χρόνια, ο Σεπτέμβριος και ο Νοέμβριος θεωρούνταν μήνες της Θεσσαλονίκης.

Τον Σεπτέμβριο άρχιζε η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης με την μεγάλη προβολή της και τα σημαντικά εκθεσιακά της περίπτερα.

Στην έναρξή της ήταν παρούσα η πολιτική και κάθε άλλης μορφής ηγεσία. Δινόταν ένας πανηγυρικός τόνος για να υπογραμμιστεί η σημασία του γεγονότος.

Στο πλαίσιο της Έκθεσης γινόταν το Φεστιβάλ Τραγουδιού που αναδείκνυε νέους συνθέτες και τραγουδιστές. Και τον Νοέμβριο ακολουθούσε το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, άλλη μια εμβληματική εκδήλωση πανελλήνιου χαρακτήρα.

Τίποτε από αυτά δεν έμεινε όπως παλιά. Τα αποστέωσε ένας αθηναϊκός επαρχιωτισμός ο οποίος επειδή βλέπει τον εαυτό του εκτός διεθνούς πεδιάς έβγαλε τα συμπλέγματά του στο εσωτερικό της χώρας και, κυρίως, στην πόλη που πάντα, στο διάβα της ιστορίας της, είχε αστικά χαρακτηριστικά. Δεν αποτέλεσε, δηλαδή, πεδίο όπου διάφοροι περιπλανώμενοι ποιμένες έβοσκαν τα ζωντανά τους, όπως κάτω από την Ακρόπολη μέχρι να τους ανακαλύψουν οι Ευρωπαίοι.

Αυτό το μίσος για τη Θεσσαλονίκη είναι διαχρονικό. Και στη νεότερη εποχή, μετά τον πόλεμο, δηλαδή, διακρίνει όλες τις πολιτικές ηγεσίες. Ίσως με την εξαίρεση του Κωνσταντίνου Καραμανλή επί εποχής του οποίου έγιναν οι τελευταίες σοβαρές επενδύσεις στην πόλη. Μιλάμε για τις αρχές της δεκαετίας του ’60.

Κανείς άλλος δεν ενδιαφέρθηκε για την πόλη, μηδέ του Ανδρέα Παπανδρέου εξαιρουμένου.

Μάλιστα, ο Ανδρέας, κάθε χρόνο στα εγκαίνια της ΔΕΘ, τέτοιες μέρες, υποσχόταν αναβάθμιση του Υπουργείου Βορείου Ελλάδος. Ώσπου, μια φορά οι δημοσιογράφοι τον ρώτησαν γιατί ενώ την υπόσχεται δεν την κάνει.

Η απάντηση του Ανδρέα ήταν καταλυτική: δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο δύσκολη είναι η γραφειοκρατία! Ήθελε, ο σχωρεμένος, να πιστέψουμε πως με το πολιτικό εκτόπισμα που είχε δεν μπορούσε να ξεπεράσει τα γραφειοκρατικά εμπόδια. Αν δεν μπορούν να νικήσουν την γραφειοκρατία, ο Ανδρέας τότε και οι διάδοχοί του τώρα, γιατί να περιμένουμε να μας λύσουν άλλα σοβαρότερα προβλήματα;

Το πρόβλημα με τον συγκεντρωτισμό του κράτους είναι διαχρονικό, διακομματικό και έχει βαθιές ρίζες και στην αθηναϊκή κοινωνία. Θεωρεί πως αν υπάρξει κάποια αποσυγκέντρωση του κράτους θα χάσει προνόμιά της για τα οποία στοιβάχτηκε στο λεκανοπέδιο.

Από την άλλη, δεν υπάρχουν δυνάμεις εκτός Αθηνών, κυρίως στη Θεσσαλονίκη, που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν αυτήν την εθνική υπονόμευση. Γιατί περί εθνικής υπονόμευσης πρόκειται. Ο υπερσυγκεντρωτισμός του κράτους υπονομεύει την εκτός λεκανοπεδίου Ελλάδα.

Δείτε πόσο περιφρονητικά αντιμετωπίζει ο σημερινός πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης το δικό του πολιτικό προσωπικό, τους βουλευτές του στη Θεσσαλονίκη. Διατηρεί ένα υποβαθμισμένο υφυπουργείο στο οποίο τους εναλλάσσει για να έχουν την ψευδαίσθηση ότι συμμετέχουν στην κυβέρνηση.

Το κάνει επειδή έχει δεδομένη την υποστήριξη μιας κομματικής μάζας, όπως και προηγουμένως ο Ανδρέας και οι διάδοχοί του θεωρούσαν δεδομένη την στήριξη από την δική τους κομματική μάζα.

Οι Θεσσαλονικείς δεν έχουν συνείδηση μετοχής σε μια πολιτεία την οποία πρέπει να υποστηρίξουν. Ένα πληθυσμιακό αμάλγαμα που ήλθε στην πόλη τότε που μπορούσε να του προσφέρει εργασία και να καλύψει τους διωκόμενους για τα πολιτικά τους φρονήματα δεν απέκτησε ποτέ την συνείδηση πολίτη της πόλης.

Δεν έχει, πλέον, ούτε ισχυρά Μέσα Ενημέρωσης και προσωπικότητες όπως ο Ιωάννης Βελλίδης που θα μπορούσαν να βοηθήσουν στην προβολή της και στις διεκδικήσεις της.

Είναι εντυπωσιακό το πόσο εύκολα θεσμοί που δημιουργήθηκαν στη Θεσσαλονίκη και είχαν επιτυχή εξέλιξη, εν μια νυκτί μετακομίζουν στην Αθήνα ή σε άλλες πόλεις που μπορούν και τους διεκδικούν. Αυτό είναι αναμενόμενο. Εκείνο που είναι ανεξήγητο είναι πως κανείς δεν αντιδρά.

Μια παθητική, κατακερματισμένη κοινωνία, χωρίς αστική (με την έννοια της πόλης) συνείδηση και συμπεριφορά έχει παραιτηθεί. Και η ηγετική τάξη της, μικρού, συνήθως, βεληνεκούς δεν μπορεί να της δώσει ούτε όραμα, ούτε συνοχή, ούτε υποστήριξη. Και έτσι, η δεύτερη πόλη της χώρας, 1,5 περίπου εκατομμυρίων κατοίκων παρουσιάζει μια άναρχη, παρακμιακή εικόνα και οι κάτοικοί της βαυκαλίζονται πως ζουν σε ένα όμορφο αστικό περιβάλλον. Έχουν κατεβάσει τον πήχη πολύ χαμηλά και όλα τους φαίνονται ωραία. Αναπαράγονται μέσα σε μια καθημερινή μιζέρια χωρίς καμιά προοπτική.

Η, κάποτε, απαστράπτουσα Διεθνής Έκθεση έχει καταντήσει μια παρακμιακή διαδικασία που γίνεται για να θυμίζει την παλιά καλή εποχή. Και να δημιουργεί ψευδαισθήσεις. Καμιά σχέση με το παρελθόν. Και ξέρετε γιατί; Διότι η επαρχιακής νοοτροπίας αστική τάξη της χώρας δεν μπορούσε να ανεχθεί να συμβαίνει κάτι τέτοιο εκτός Αθηνών. Το επιχείρημά της ήταν πως δεν μπορεί να μην έχει η πρωτεύουσα εκθεσιακό κέντρο. Γιατί δεν μπορεί; Οι θεσμοί που δημιουργούνται σε όλον τον κόσμο εκτός των πρωτευουσών στηρίζονται για να υπάρξει κίνηση και δραστηριότητα και σε άλλες περιοχές και πόλεις της χώρας. Τι νόημα έχει να δημιουργείς θεσμούς και να τους υπονομεύεις; Ποιο θα ήταν το πρόβλημα για τους «άρχοντες» των Αθηνών αν μια φορά εξέθεταν τα προϊόντα τους ή επισκέπτονταν την Θεσσαλονίκη. Αλλά ο συμπλεγματισμός τους τους και ο φαταουλισμός τους δεν έχει όρια. Γενικώς, η αντίληψη της ιθύνουσας τάξης της χώρας είναι επαρχιακή. Και αυτό φαίνεται, ιδιαιτέρως, σήμερα, με την πολιτική του Κυριάκου Μητσοτάκη. Η Θεσσαλονίκη βρίσκεται εκτός οποιουδήποτε προγράμματός του.

Το πάλαι ποτέ εμβληματικό Φεστιβάλ τραγουδιού καταργήθηκε και το Φεστιβάλ Κινηματογράφου, τύποις διεξάγεται στη Θεσσαλονίκη. Τα γραφεία, το προσωπικό και η όλη οργάνωση υπάρχουν και γίνονται στην Αθήνα.

Η νοοτροπία της ελληνικής άρχουσας τάξης (αυτής της μετεξέλιξης των κοτζαμπάσιδων), παρέμεινε επαρχιακή από της δημιουργίας του κράτους. Ή, καλύτερα, από της έλευσης της βαυαρικής βασιλείας η οποία συγκέντρωσε τα πάντα στα πόδια της για να ελέγχει έναν λαό υπηκόων τον οποίο η ίδια δεν υποληπτόταν.

Υπάρχει μια γενεσιουργός τραγωδία στη συγκρότηση του Νεοελληνικού κράτους. Σεβόμενοι απόλυτα τους αγωνιστές που δημιούργησαν αυτό το μικρό, έστω, εθνικό κράτος το οποίο μας παρέχει σήμερα, με την επέκτασή του, κάποιας μορφής προστασία θα λέγαμε πως αποτέλεσε ατύχημα το ότι η Επανάσταση συνέβη στο, πλέον, καθυστερημένο τμήμα που ζούσε ο ελληνισμός. Το οποίο δεν είχε αντίληψη της οικουμενικότητας του έθνους στο οποίο ανήκε. Τα σποραδικά, όπως εκείνο που αποδίδεται στον Κολοκοτρώνη ότι ο βασιλιάς μας σκοτώθηκε στη μάχη και δεν παραδόθηκε (Κωνσταντίνος Παλαιολόγος) έχουν την σημασία τους αλλά τόσο αυτό όσο και το λοιπό ιδεολογικό υπόβαθρο που διευκόλυνε την Επανάσταση δεν είναι καθόλου σίγουρο πως τα ασπάσθηκε η βαυαρική βασιλεία, η οποία επέβαλε δικά της πρότυπα.

Φυσικά, διαφορετικά θα ήταν τα πράγματα αν πετύχαινε η Επανάσταση που ξεκίνησε από τις παραδουνάβιες περιοχές και είχε ευρύτερη συνείδηση του λαού που θα εξέφραζε.

Έτσι, λοιπόν, σήμερα, έχουμε ένα μικροελλαδικό κράτος το οποίο αφού δεν μπόρεσε να επεκταθεί στα όρια που ζούσαν μαζικά οι Έλληνες τους ενσωμάτωσε μετά την ήττα του ’22 αναγκαστικά στη λογική της «μικράς πλήν εντίμου Ελλάδος».

Και μπορεί στο εξωτερικό η κυρίαρχη ελληνική ελίτ να συμπεριφέρεται «έντιμα» όταν έχει να αντιμετωπίσει τον Ερντογάν, η συμπεριφορά της, όμως, στο εσωτερικό είναι αποικιοκρατική. Διότι δεν έχει να αντιμετωπίσει αντίσταση. Και κάθε εξουσία προχωρά μέχρι εκεί που θα συναντήσει δυσκολίες. Στον ελληνικό χώρο η αθηναϊκή ολιγαρχία δεν έχει αντιπάλους. Κάνει ό,τι θέλει. Καταπίνει τα πάντα ως μαύρη τρύπα.

Η Θεσσαλονίκη η οποία παρακμάζει με ραγδαίους ρυθμούς για να μπορέσει να επιβιώσει πρέπει να αποκτήσει αυτονομία κινήσεων σε σχέση με την Αθήνα. Τίποτε δεν θα της παραχωρήσει το κέντρο. Μπορεί να της αφαιρέσει και αυτά που έχει.

Πρέπει να αναδείξει και ηγεσία. Κοινωνική συνοχή και να απελευθερωθεί από τα δικά της συμπλέγματα. Ας προβάλει όσους έχουν ην ικανότητα να αναμορφώσουν και να δώσουν προσανατολισμό και όραμα στην πόλη. Δεν έφυγαν όλοι.

Οι διαφορετικοί προσανατολισμοί της Θεσσαλονίκης πρέπει να αναπτυχθούν προς τις γειτονικές χώρες, την Μέση Ανατολή, την Ευρώπη, τη Ρωσία, την Κίνα και τις ΗΠΑ.

Αποτελεί επιτακτική ανάγκη η συγκρότηση μιας Επιτροπής Σωτηρίας της πόλης. Η αστική τάξη της πρέπει να ενεργοποιηθεί και οι πολιτικοί της να πιέσουν ώστε να μπει σε υποβοηθητικές διαδικασίες σε νομοθετικό πλαίσιο.

Και, κυρίως, να αποκτήσει η πόλη δικά της Μέσα Ενημέρωσης έξω από την ευνουχισμένη και υποταγμένη στην Αθήνα ΕΡΤ3. Αυτό είναι απολύτως απαραίτητο. Η κεντρική πολιτική εξουσία θα μετριάσει τις αρνητικές επεμβάσεις της στην πόλη αν γνωρίζει πως η πολιτική της θα γίνει γνωστή και θα υπάρξει πολιτικό κόστος.

Διαφορετικά το τέλος είναι ζοφερό.

Δυστυχώς, τίποτε από όλα αυτά δεν διακρίνεται στον ορίζοντα σε μια πόλη η οποία δεν απέκτησε, ακόμη συνείδηση ότι στο άμεσο μέλλον η αντιπαράθεση θα γίνεται μεταξύ πόλεων που θα διεκδικούν ρόλους.

Η ιθύνουσα τάξη της Θεσσαλονίκης έχει προβληματιστεί για το τι μπορεί να διεκδικήσει η πόλη; Και, κυρίως, πως μπορεί να το πετύχει;

Υπάρχει τέλος πάντων κάποια συλλογική συνείδηση στην πόλη.

Δυστυχώς, φοβάμαι πως όχι.

*Ο Παντελής Σαββίδης είναι δημοσιογράφος και διευθύνει το webtv ΑΝΙΧΝΕΥΣΕΙΣ.


Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.

Ακολουθήστε τις ειδήσεις του speaknews.gr στο Google News πατώντας εδώ

Προηγούμενο άρθροΑναστασία Ντράχα, Συνιδρύτρια της startup IcRY2Talk

“Ο κλάδος της βιοϊατρικής τεχνολογίας είναι απίστευτα αναπτυσσόμενος και έχει ως ευρύτερο στόχο τη χρήση της τεχνολογίας στην υπηρεσία του ανθρώπου”

Επόμενο άρθροΓιάννης Ζαμπούκης : «Κύριο μέλημά μας να φέρουμε την Αλεξανδρούπολη στο προσκήνιο»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ