Γιώργος Χατζηκωστής

«Ἡ ἐκπαίδευση εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, ἡ ἀγωνιώδης προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ τὸ ἐρώτημα πῶς πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται ὁ ἑκάστοτε νέος ἄνθρωπος, ἡ ἑκάστοτε νέα γενιά»

Συνέντευξη στον Νίκο Νικολάου-Χατζημιχαήλ

Τὰ γυμνασιακὰ καὶ φοιτητικά σας χρόνια τὰ χετε ζήσει στὴν θυελλώδη δεκαετία τοῦ 1948-1958. Πῶς αὐτὰ τὰ χρόνια σας ἐπηρέασαν κα καθόρισαν τὴ δική σας πορεία μέχρι σήμερα;

Ἡ δεκαετία 1948-1958 ἦταν μιὰ περίοδος γεμάτη ἐντάσεις καὶ ἀναταραχή. Κατὰ τὰ πέντε πρῶτα χρόνια της φοιτοῦσα στὸ Ἑλληνικὸν Γυμνάσιον Πάφου, σὲ μιὰ πόλη, ἡ ὁποία, παρὰ τὴν ἀπομονωσή της στὸ δυτικὸ ἄκρο τῆς Κύπρου καὶ τὸν μικρὸ πληθυσμό της, πρόσφερε πολλὰ στὴν ἀγωγὴ τῶν πολιτῶν της. Χαρακτηριζόταν ἀπὸ ἔντονη πνευματικὴ-πολιτιστικὴ δραστηριότητα καὶ δημιουργία καὶ εἶχε ἤδη ἀναδείξει σημαντικὲς προσωπικότητες στὰ γράμματα καὶ στὴν ἐπιστήμη, ποὺ διακρίθηκαν στὸ τοπικό, στὸ παγκύπριο, στὸ πανελλήνιο καὶ στὸ διεθνὲς πεδίο.

Τὸ σύνολο τοῦ πληθυσμοῦ της ἦταν πολὺ δεκτικὸ στὸ πνευματικὸ αὐτὸ κλίμα, στὸ ὁποῖο τὸ ἀποκορύφωμα τῶν χρόνων ἐκείνων ἦταν οἱ Παλαμικς Γιορτές, ὀργανούμενες καὶ κατευθυνόμενες τότε ἀπὸ τὸν πολλαπλῶς ταλαντοῦχο δήμαρχό της, λογοτέχνη καὶ ἐθνικὸ ἀγωνιστή, Χριστόδουλο Γαλατόπουλο. Ὁ Γαλατόπουλος ἔβλεπε τὶς Παλαμικς Γιορτς ὄχι μόνο ὡς μιὰ πολιτιστικὴ διάσταση τῆς ζωῆς τῆς Πάφου ἀλλὰ καὶ ὡς ἐθνικὴ ὑπηρεσία πρὸς τὴν πατρίδα μας, ἐφ᾿ ὅσον συνέβαλλαν στὴν ἐνίσχυση τοῦ ἐθνικοῦ φρονήματος τῶν πολιτῶν της. Μέσα σὲ αὐτὸ τὸ κλίμα πολιτιστικῆς καὶ ἐθνικῆς ἔξαρσης ἔζησε στὴν Πάφο ἡ δική μου γενιά, καὶ ἀρκετὲς ἀπὸ ὅσες προηγήθηκαν καὶ ἀκολούθησαν, κλίμα τὸ ὁποῖο μᾶς καλλιεργοῦσε καὶ τὸν πνευματικό μας κόσμο καὶ τοὺς ἐθνικούς μας προσανατολισμούς.

Παραλλήλως εἶχε ἤδη ἀρχίσει ἀπὸ τὰ μέσα τῆς δεκαετίας τοῦ 1940 ‒καὶ μὲ τὴ λήξη τοῦ παγκόσμιου πολέμου‒ νὰ συνειδητοποιεῖται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ κυπριακὸ λαὸ ὅτι ἡ μακρὰ δουλεία του, ἑφτακόσιων πενήντα καὶ πλέον χρόνων κάτω ἀπὸ τέσσερεις διαδοχικοὺς κατακτητές, καὶ παρὰ τὶς ὑποσχέσεις τῶν νικητῶν τοῦ πολέμου, δὲν θὰ ἔληγε καὶ δὲν θὰ ὁδηγοῦσε στὴν ἐλευθερία παρὰ μόνο μὲ δυναμικὸ ἀγώνα. Στὸ πλαίσιο αὐτὸ ἐντάσσεται καὶ τὸ Δημοψήφισμα τοῦ Ἰανουαρίου τοῦ 1950, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ κυπριακὸς ἑλληνισμός, στὸ σύνολό του καὶ χωρὶς κανένα ἐνδοιασμό, ἀξίωσε τὴν αὐτοδιάθεσή του καὶ τὴν ἕνωσή του μὲ τὸ λοιπὸ ἔθνος τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους. Τὸ τελευταῖο μεγάλο συμβὰν τῆς μαθητικῆς μας ζωῆς ἦταν ἡ δυναμικὴ ἀντίσταση τῶν μαθητῶν καὶ τοῦ λαοῦ τῆς Πάφου ἀπέναντι στὴν ἀποικιακὴ καταπίεση, τὸ βράδυ τῆς πρώτης πρὸς τὶς δύο Ἰουνίου 1953, μὲ τὰ γνωστὰ ἔκτοτε Γεγονότα τς Στέψεως τῆς βασίλισσας τῆς τότε βρεταννικῆς αὐτοκρατορίας.

Μέσα σ᾿αὐτὸ τὸ κλίμα μεταβήκαμε γιὰ σπουδὲς στὸ Πανεπιστήμιο. Πρὶν ὁλοκληρώσομε τὸ δεύτερο ἔτος τῶν σπουδῶν μας ἄρχισε στὴν Κύπρο ὁ ἔνοπλος ἀπελευθερωτικὸς ἀγώνας. Τὸν παρακολουθούσαμε μὲ ἀγωνία, ὑποφέραμε γιὰ τὰ καθημερινῶς συμβαίνοντα στὴν ἰδιαίτερη πατρίδα μας καὶ γι᾿αὐτὸ ἡ γενιά μας δὲν ἔζησε αὐτὸ ποὺ συνήθως λέγεται ξένοιαστα φοιτητικ χρόνια. Τὸ κλίμα αὐτὸ τὸ ἐλάφρωνε σὲ κάποιο βαθμὸ ἡ τότε πολιτιστικὴ ζωὴ τῆς Ἀθήνας: Ζοῦσαν ἀκόμα οἱ μεγάλες μορφὲς τῆς νεοελληνικῆς λογοτεχνίας, οἱ μεγάλοι καλλιτέχνες, οἱ μεγάλοι μουσικοί, τὰ μεγάλα ὀνόματα τοῦ θεάτρου, ἀκόμα καὶ οἱ ἐξέχοντες πολιτικοί. Στὸ παγκόσμιο ἐπίπεδο συνέβαιναν μεγάλα σοβαρὰ γεγονότα, ὅπως ὁ πόλεμος στὴν Ἰνδοκίνα, στὸ Ἀλγέριο, οἱ μεγάλες ἐντάσεις τοῦ Ψυχρο Πολέμου μεταξὺ Ἀνατολῆς καὶ Δύσης καὶ ὁ μεγάλος ἀνταγωνισμός τους γιὰ τὴν κατάκτηση τοῦ Διαστήματος.

Ἔντονα χρόνια, ποὺ καλλιεργοῦσαν μέσα μας προβληματισμοὺς καὶ βαθειὲς σκέψεις γιὰ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν πορεία τῆς ἱστορίας.

Ἔχοντας πολύχρονη θητεία στὴν ἐκπαίδευση καὶ τὴν παιδεία τί θὰ λέγατε γιὰ τὸ σήμερα; Ἔχουμε παιδεία; Γίναμε καλύτεροι; Πῶς συγκρίνεται μὲ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς Κυπριακῆς Δημοκρατίας;

Ἡ ἐκπαίδευση εἶναι, ἀπὸ τὴν ἀρχαιότητα μέχρι σήμερα, ἡ ἀγωνιώδης προσπάθεια νὰ ἀπαντηθεῖ τὸ ἐρώτημα πῶς πρέπει νὰ ἐκπαιδεύεται ὁ ἑκάστοτε νέος ἄνθρωπος, ἡ ἑκάστοτε νέα γενιά. Τὸ ἐρώτημα εἶναι φιλοσοφικό, ἐνδέχεται πολλές ‒ἀναθεωρούμενες συνεχῶς‒ ἀπαντήσεις, δὲν ἔχει ὅμως ἀκόμα τελικὴ ἀπάντηση καὶ ἴσως νὰ μὴν ἔχει ποτέ.

Τὸ σχολεῖο εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ χῶρος ἀξιῶν, ὁράματος καὶ ἄσκησης. Ὀφείλει νὰ συντηρεῖ καὶ νὰ καλλιεργεῖ τὶς παραδομένες καὶ ἀπὸ τὸ κοινωνικὸ σύνολο καθολικῶς ἀποδεκτὲς ἀξίες καὶ μαζὶ νὰ ἔχει ὅραμα δημιουργίας καὶ νὰ διαλέγεται μὲ τὸν χῶρο καὶ τὸν χρόνο μέσα στοὺς ὁποίους βρίσκεται καὶ νὰ ἀνοίγεται καὶ πρὸς τὴν παγκόσμια πραγματικότητα. Εἶναι ὅμως κατ᾿ ἐξοχὴν χῶρος ἄσκησης, σωματικῆς, πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς γιὰ τοὺς μαθητὲς καὶ πνευματικῆς καὶ ψυχικῆς γιὰ τοὺς δασκάλους, οἱ ὁποῖοι πρέπει, μὲ αὐτοϋπέρβαση καὶ αὐτοέλεγχο, νὰ ἀντικρύζουν τὸ ἔργο τους ὡς λειτούργημα, ὡς ἐκτέλεση χρέους νὰ διδάξουν τὴ γνώση, νὰ μεταδώσουν τὸ ἦθος καὶ νὰ προσφέρουν τὴν ἀγάπη.

Εἶχα τὴν καλὴ τύχη, ἢ καλύτερα τὴ θεία δωρεά, νὰ ζήσω γιὰ 39 χρόνια μέσα στὸν γοητευτικὸ κόσμο τῶν παιδιῶν καὶ μέσα σὲ ἕνα εὔκρατο καὶ ἀξιοπρεπὲς ἐπαγγελματικὸ κλίμα, ἀποκομίζοντας πλοῦτο ἐμπειριῶν καὶ μνῆμες ἀγαθές.

Τὸ σχολικὸ ἔργο κινεῖται, ἀρχαιόθεν, σὲ δυὸ ἄξονες: τὴν προσφορὰ τῆς γνώσης στοὺς μαθητές ‒καλύτερα τὴν προσφορὰ τῶν τρόπων ἀπόκτησης τῆς γνώσης‒ καὶ τὴ διάπλαση τοῦ ἤθους τῶν νέων ἀνθρώπων. Δυστυχῶς στὶς μέρες μας, τὸ σχολεῖο μᾶς δίνει τὴν ἐντύπωση ὅτι στηρίζεται σχεδὸν μόνο στὸν πρῶτο ἄξονα, κι αὐτὸν ὄχι σὲ τόσο ἀποτελεσματικὴ λειτουργία, μὲ τὴ σύγχυση ποὺ προκαλοῦν καὶ οἱ συνεχεῖς μεταρρυθμίσεις στὰ προγράμματα. Ἡ λειτουργία τοῦ δεύτερου ἄξονα δείχνει ἐξασθενημένη, ἴσως καὶ γιατὶ τὸ εὐρύτερο κλίμα τῆς κοινωνίας ὑποσκάπτει τὴν πλευρὰ αὐτὴ τῆς προσπάθειας τοῦ σχολείου.

Τὰ παιδιὰ εἶναι ἀναίτια. Ἡ εὐθύνη ἀνήκει στὴν Πολιτεία καὶ τοὺς δασκάλους. Συχνὰ μὲ ρωτοῦσαν, καὶ ἀσφαλῶς ὄχι μόνο ἐμένα, ἂν οἱ μαθητές μας τῶν τελευταίων χρόνων τῆς ὑπηρεσίας μου ἦταν οἱ ἴδιοι μὲ τοὺς πρώτους μαθητές μας τῶν χρόνων τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα, ἀναλογιζόμενοι ἴσως τὴν ἡσιόδεια ἀντίληψη γιὰ τὴ βαθμιαία ἔκπτωση τοῦ ἀνθρώπινου γένους. Ἡ ἀπάντησή μου ἦταν πάντα καταφατική. Οἱ νέοι, οἱ μαθητές, εἶναι σὲ κάθε περίοδο οἱ ἴδιοι: εὐαίσθητοι, εὔπλαστοι, εὐγενεῖς, καλοπροαίρετοι, ὁραματιστές, πεινντες κα διψντες τν δικαιοσύνην.

Ἔχουν ὅμως ἀνάγκη γενναίων καὶ ἀνιδιοτελῶν ὁδηγῶν, ὄχι μόνο μέσα στὰ σχολεῖα, ἀλλὰ καὶ στὸ εὐρύτερο κοινωνικὸ καὶ πολιτικὸ περιβάλλον, οἱ ὁποῖοι νὰ τοὺς ἐνεργοποιοῦν πρὸς ἀξίες, ἰδανικά, σκοπούς, ὑψηλὰ ἔργα. Οἱ νέοι, σὲ κάθε ἐποχή, ἔχουν ἀνάγκη ἀπὸ ἡγέτες ἀντάξιους τῶν καιρῶν καὶ τῶν περιστάσεων καὶ φαίνεται ὅτι σήμερα δὲν τοὺς ἔχουν, καὶ γι᾿ αὐτὸ πλέουν χωρὶς πυξίδα ἢ μᾶλλον ἔχοντας ὡς μόνη σχεδὸν πυξίδα τὸν ἠλεκτρονικὸ κόσμο τοῦ ξυπνου τηλεφώνου, στὸ ὁποῖο εἶναι αἰχμάλωτοι ὄχι μόνο οἱ ἴδιοι ἀλλὰ καὶ μεγάλο μέρος τῶν ὡριμότερων μελῶν τῆς κοινωνίας.

Μερικὰ ἀπὸ τὰ βιβλία σας ἀναφέρονται στὴν ἰταλικὴ γλῶσσα καὶ τὴ σχέση της μὲ τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὸ κυπριακὸ ἰδίωμα, ἄλλα εἶναι μελέτες σὲ ἰταλικὰ θέματα μὲ κυπριακὸ ἐνδιαφέρον, καὶ κάποια εἶναι μεταφράσεις ἀπὸ τὰ ἰταλικά ‒κυρίως ποίηση‒ συνολικὰ ἕντεκα βιβλία. Γιατί αὐτὴ ἡ ἀγάπη γιὰ τὴν ἰταλικὴ γλῶσσα, καὶ ἀπὸ ποῦ πηγάζει.

Οἱ κληρονόμοι τῶν δυὸ κλασσικῶν γλωσσῶν, τῆς ἑλληνικῆς καὶ τῆς λατινικῆς, εἶναι οἱ ἕλληνες καὶ οἱ ἰταλοί. Ἡ ἰταλικὴ γλώσσα, κύριος κληρονόμος τῆς λατινικῆς, τὴν ὁποία ὡς φιλόλογος εἶχα τὴν τύχη νὰ ἐκμάθω ἐπαρκῶς, μὲ εἵλκυε πάντα, γιατὶ ἤθελα ἀφ᾿ ἑνὸς νὰ διαπιστώσω τὴν ἐξέλιξή της ἀπὸ τὴν πρόγονό της ‒σὲ σύγκριση μὲ τὴν ἑλληνικὴ ὡς πρὸς τὴν ἀρχαία μορφή της‒ καὶ ἀφ᾿ ἑτέρου γιατὶ ἐπιθυμοῦσα νὰ μπορέσω νὰ διαβάσω κάποτε στὸ πρωτότυπο μερικοὺς στίχους τοῦ Δάντη καὶ τῶν ἄλλων μεγάλων ποιητῶν τῆς Ἰταλίας ἢ κάποιες ἀπὸ τὶς σελίδες τῶν πεζογράφων της.

Τὸν καιρὸ ποὺ ἄρχισα νὰ τὴ μελετῶ, τὴ δεκαετία τοῦ 1970, συνέβη νὰ ἔρθω σὲ ἐπαφὴ μὲ τὸν ἰταλὸ νεοελληνιστὴ καὶ λάτρη τῆς Κύπρου καὶ τῆς πνευματικῆς της παραγωγῆς καθηγητὴ καὶ συγγραφέα Michele Iannelli (1922-2017), ἀπὸ τὴν πόλη Salerno τῆς νότιας Ἰταλίας. Ἡ σαραντάχρονη καὶ πλέον ἐπικοινωνία καὶ συνεργασία μας ὑπῆρξε γιὰ μένα εὐεργετική. Τὰ κείμενα ποὺ ἔγραφε καὶ μοῦ ἔστελλε, γιὰ τὴν Κύπρο, γιὰ ἔργα κυπρίων δημιουργῶν ἢ καὶ ἑλλαδικῶν ἢ πάνω σὲ εὐρύτερα θέματα, τὰ μετέφραζα καὶ τὰ δημοσίευα σὲ κυπριακὰ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες τῆς Κύπρου. Αὐτὸ μὲ βοήθησε στὴν πληρέστερη ἐκμάθηση τῆς ἰταλικῆς καὶ μαζὶ μοῦ ἔδωσε τὴν εὐκαιρία νὰ γνωρίσω καὶ ἔργα ἰταλῶν συγγραφέων μὲ ἀναφορὲς στὴν Κύπρο, μὲ τὴν ὁποία οἱ ἰταλοὶ εἶχαν στενὲς σχέσεις ἤδη ἀπὸ τὸν δέκατον τρίτον αἰώνα. Αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ σήμερα χρησιμοποιοῦμε στὴν καθημερινή μας ἐπικοινωνία, ἀνεπιγνώστως, περισσότερες ἀπὸ δυὸ χιλιάδες ἰταλογενεῖς λέξεις ποὺ ἔχουν ἐνσωματωθεῖ στὸ τοπικό μας ἰδίωμα. Ταυτοχρόνως εἶναι εὐχάριστο νὰ διαπιστώνει κάποιος ὅτι τὴν ἰταλικὴ λογοτεχνία ‒κυρίως τὴν ποίηση‒ τὴ χαρακτηρίζουν, ὅπως καὶ τὴν ἑλληνική, ὁ λυρισμός, ἡ εὐαισθησία καὶ ἡ τρυφερότητα.

Βλέποντας τὸν κατάλογο τῶν ἔργων σας, παρατηροῦμε ὅτι ἔχετε καταπιαστεῖ μὲ θέματα σχετικὰ μὲ ποίηση καὶ στιχουργικὴ εἴτε μεταφράζοντας ἀπὸ τὰ ἰταλικὰ εἴτε μὲ κριτικὴ προσέγγιση στὸ ἔργο Κυπρίων καὶ ἐλλαδιτῶν ποιητῶν. Ποιά ἡ γνώμη σας γιὰ τὴν ποίηση, ποὺ γράφεται στὴν Κύπρο σήμερα;

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ποὺ ἡ νεοελληνικὴ ποίηση ἐγκατέλειψε τὰ παραδοσιακὰ χαρακτηριστικά της ‒ρυθμό, μέτρο, ὁμιοιοκαταληξία, στιχουργικὰ εἴδη‒ καὶ μὲ τὴν παράλληλη ἐπίδραση τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ, θεωρήθηκε ὅτι τὸ νὰ γράφεις ποίηση εἶναι πολὺ εὔκολο πράγμα καὶ ἔτσι εἶναι ἀναρίθμητοι οἱ γράφοντες καὶ ἐκδίδοντες ποιήματα, σὲ βαθμὸ ποὺ εἶναι ἀδύνατο κάποιος νὰ τὰ παρακολουθήσει. Βεβαίως ἡ ποίηση δὲν χρειάζεται τοὺς παραδοσιακοὺς τρόπους γιὰ νὰ εἶναι καλὴ ἢ ἐξαιρετικὴ ποίηση. Ἡ ἀντίληψη ὅμως περὶ εὐκολίας ὁδήγησε στὴν ἀκατάσχετη σύνθεση στίχων, οἱ ὁποῖοι εἶναι εἴτε πεζολογία καταγραμμένη σὲ μορφὴ στίχων εἴτε ἐπιπόλαιοι συναισθηματικοὶ συνειρμοὶ ἐπιβαρημένοι κάποτε μὲ μιὰν ἀκατανόητη, ἐνοχλητικὴ λεξιθηρία.

Ὡς ἐξ αὐτοῦ μικρὸ μόνο ποσοστὸ τῆς ποιητικῆς δημιουργίας στὸν τόπο μας εἶναι καλὴ ποίηση. Καὶ ἔχομε εὐτυχῶς καλοὺς καὶ πολὺ καλοὺς ποιητές, οἱ ὁποῖοι μὲ αὐστηρὴ αὐτοκριτικὴ παρουσιάζουν τὴν καλύτερή τους δημιουργία. Μέσα ὅμως στὸν καταιγισμὸ τῶν ποιητικῶν βιβλίων ἐπιφανειακοῦ λόγου κάποτε χάνεται καὶ ἡ καλὴ αὐτὴ ποίηση.

Τὸ βιβλίο σας γιὰ τὸν Παλληκαρίδη ἔχει ἐπανεκδοθεῖ πολλὲς φορές. Μιλῆστε μας γιὰ τὴ σχέση σας μὲ τὸν ἀπελευθερωτικὸ ἀγῶνα καὶ γιὰ τὸν δύο χρόνια μικρότερό σας ἥρωα καὶ ποιητὴ Παλληκαρίδη.

Ἔχω ἤδη ἀναφέρει ὅτι ἡ ἔναρξη τοῦ ἔνοπλου ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα μὲ βρῆκε δευτεροετῆ φοιτητὴ στὴν Ἀθήνα. Ἤμουν ἤδη μέλος τοῦ Διοικητικοῦ Συμβουλίου τῆς θνικς Φοιτητικς νώσεως Κυπρίων (ΕΦΕΚ). Στὸ πλαίσιο τῶν δυνατοτήτων μας ὡς Ὀργανισμοῦ προβήκαμε σὲ πολλὲς καὶ εὐεργετικές ‒πιστεύω‒ γιὰ τὸν ἐθνικό μας ἀγώνα δράσεις, ποὺ νομίζω ὅτι δὲν χρειάζεται νὰ ἀπαριθμήσω καὶ νὰ περιγράψω ἐδῶ. Ὅταν, τελειώνοντας τὶς σπουδές μου, ἐπέστρεψα στὴν Κύπρο, ὁ ἀγώνας συνεχιζόταν ἀκόμα. Διορισμένος στὸν Ἀγρό, τὰ πρῶτα ἐκεῖνα χρόνια τῆς ὑπηρεσίας μου, καὶ ἀφοῦ καὶ ἐνόρκως ἔγινα μέλος τῆς Ὀργάνωσης, ὑπηρέτησα ὡς ὑπεύθυνος τῆς ΑΝΕ (Ἄλκιμης Νεολαίας ΕΟΚΑ) νέων τοῦ τομέα τῆς Νότιας Πιτσιλιᾶς, ἐπιτελώντας τὸ χρέος ποὺ ὁ καθένας μας πίστευε ὅτι ὄφειλε στὴν ἀγωνιζόμενη πατρίδα μας.

Τὸν ἥρωα καὶ ποιητὴ Εὐαγόρα Παλληκαρίδη γνώρισα ὅταν ἦταν μαθητὴς τοῦ πατέρα μου στὸ δημοτικὸ σχολεῖο, γιὰ δυὸ χρόνια, ἕνα στὸ χωριό του, τὴν Τσάδα καὶ ἕνα στὸ ἀρρεναγωγεῖο στὸ Κτῆμα. Συμμαθητής του ἦταν καὶ ὁ νεώτερος ἀδελφός μου. Ὅταν ἀναχώρησα γιὰ σπουδὲς στὴν Ἑλλάδα τὸ 1953, ὁ Παλληκαρίδης ἦταν στὴν τρίτη γυμνασίου. Ὅταν στὶς ἀρχὲς τοῦ 1958 ἐπέστρεψα στὴν Κύπρο, ὁ ἥρωας εἶχε ἤδη διαγράψει τὴν πορεία του, συγκλονίζοντας τὸν κόσμο μὲ τὴ μοναδικὴ θυσία του. Ἔτσι, ἐνῶ βίωνα, στὴν Ἀθήνα, σὲ γενικὲς γραμμμὲς τὰ διαδραματιζόμενα στὴν Κύπρο, δὲ μποροῦσα νὰ παρακολουθῶ τὶς λεπτομέρειες τῆς διαδρομῆς του, ποὺ τὸν ἔφερε στὰ σκαλοπάτια τῆς δόξας. Στὴ μνήμη μου εἶχε μείνει τὸ μικρὸ παιδί· δὲν τὸν εἶχα δεῖ ἀργότερα ἔφηβο.

Στὴν Ἀθήνα, μετὰ τὸν ἀπαγχονισμό του, ἀποφασίσαμε ὡς ΕΦΕΚ νὰ πενθήσομε τὸν ἥρωα γιὰ 40 μέρες, φορώντας καθημερινῶς ὅλοι οἱ κύπριοι φοιτητές ‒πεντακόσιοι περίπου τότε‒ ἕνα μαῦρο περιβραχιόνιο, ποὺ εἶχε ἐπάνω μὲ λευκὰ κεφαλαῖα γράμματα τὰ ἀρχικὰ τοῦ ὀνόματός του Ε Π. Τὴ βαθειὰ θλίψη μας μετρίαζαν οἱ συγκινητικὲς ἐκδηλώσεις συμπάθειας καὶ συμμετοχῆς στὸ πένθος μας τοῦ ἀθηναϊκοῦ λαοῦ, ὁ ὁποῖος ἐκπροσωποῦσε τὴ συναισθηματικὴ στήριξη τοῦ συνόλου του Ἔθνους στὸν κυπριακὸν ἀγώνα. Ἐκτὸς ἀπὸ ἄλλες ἐκδηλώσεις, μαχητικὲς καὶ μή, κυκλοφορήσαμε καὶ μιὰ μονοσέλιδη προκήρυξη μὲ τὸν τίτλο Παλληκαρίδης παγχονίζεται, στὴν ὁποία καταδικάζαμε τὴν ἐγκληματικὴ ἀποικιοκρατία καὶ μαζὶ τὴ διεθνῆ ἀδιαφορία, ἀναλγησία καὶ ὑποκρισία.

Ὅταν τὸ 1961 ἤμουν ἤδη καθηγητὴς στὸ Γυμνάσιον Πάφου, ὁ πατέρας τοῦ ἥρωα Μιλτιάδης μοῦ διαβίβασε μιὰ μέρα τὴν ἐπιθυμία του νὰ τὸν ἐπισκεφθῶ στὸ σπίτι του, γιατὶ ἤθελε νὰ μοῦ μιλήσει γιὰ κάτι. Πῆγα ἕνα ἀπόγευμα Κυριακῆς. Μὲ δέχθηκε καθισμένος σὲ μιὰ καρέκλα, φορώντας τὸ πένθιμο μαῦρο του πουκάμισο ποὺ δὲν τὸ ἀποχωρίστηκε ὡς τὸ τέλος τῆς ζωῆς του. Μοῦ παρουσίασε ἑνα σωρὸ ἀπὸ τετράδια καὶ ἄλλα χειρόγραφα, ὅπου βρίσκονταν ὅσα κείμενα εἶχε ἀφήσει τὸ παιδί του· μοῦ ζήτησε νὰ τὰ δῶ καὶ ἂν ἄξιζαν, ὅπως μοῦ εἶπε, νὰ δημοσιευθοῦν.

Τὰ πῆρα μὲ συγκίνηση, τὰ μελετοῦσα γιὰ μέρες, προσπαθώντας νὰ ἀναπλάσω τὸν ἐσωτερικὸν ἀγώνα τοῦ ἥρωα ποιητῆ, ποὺ τὸν ὁδηγοῦσε καὶ πρὸς τὴ λογοτεχνικὴ δημιουργία καὶ μαζὶ πρὸς τὶς μεγάλες ἀποφάσεις καὶ πράξεις του, ποὺ θὰ τὸν ὁδηγοῦσαν στὶς κορυφαῖες ὧρες τῆς θυσίας του. Ἐπιλέγοντας τὰ καλύτερά του ποιήματα καὶ ἀναζητώντας στοιχεῖα γιὰ τὴ ζωή του ἀπὸ συμμαθητές του, συναγωνιστές του στὴν ἀνταρτικὴ ζωή του καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν σημειώσεων τοῦ πατέρα του, συνέθεσα τὸ πρῶτο βιβλίο γι᾿ αὐτὸν μὲ τὸν τίτλο Εαγόρας Παλληκαρίδης, ρωας κα ποιητής. Τὸ βιβλίο ἦταν ἕτοιμο γιὰ ἔκδοση στὸ τέλος τοῦ 1963. Ἡ τουρκανταρσία ὅμως ποὺ ἐκδηλώθηκε σὲ λίγες μέρες καὶ ἡ ἀναστάτωση ποὺ ἀκολούθησε ἀνέβαλαν τὴν ἔκδοση, ποὺ πραγματοποιήθηκε τὸ καλοκαίρι τοῦ 1965. Εὐτύχησε ἔκτοτε νὰ ἔχει ἄλλες τέσσερεις ἐκδόσεις.

Ἀπὸ τὴν ἐργογραφία σας φαίνεται καὶ ἡ ἀγάπη σας γιὰ τὴν ἱστορία, καὶ ἰδιαίτερα τὴν ἱστορία τοῦ τόπου. Ποῦ βαδίζει σήμερα ἡ Κύπρος; Τί σᾶς ἐνοχλεῖ σήμερα;

Τὸ ἀρχαῖο ἀπόφθεγμα λβιος στις τς στορίας σχε μάθησιν (εὐτυχισμένος ἐκεῖνος ποὺ ἔχει γνώση τῆς ἱστορίας) ἀμφισβητεῖται σήμερα ἀπὸ πολλούς, οἱ ὁποῖοι ὑποστηρίζουν ὅτι αὐτὸ ὁδηγεῖ ὄχι στὴν εὐτυχία ἀλλὰ στὴν ἀπογοήτευση, ὅταν συγκρίνει κανεὶς λαμπρὲς ἱστορικὲς περιόδους μὲ τὴ σημερινὴ τοπικὴ καὶ παγκόσμια κατάσταση. Ἐν τούτοις ἡ γνώση τῆς ἱστορίας εἶναι μιὰ γοητευτικὴ ἐμπειρία, γιατὶ ἀνοίγει τὸ ὀπτικὸ πεδίο πρὸς τὶς ἑκατονταετίες καὶ τὶς χιλιετίες τοῦ παρελθόντος καὶ ἀποκαλύπτει τὸν ἄνθρωπο σὲ διάφορους σταθμοὺς τῆς πορείας του, τὸν ἄνθρωπο γιὰ τὸν ὁποῖο ὁ Θουκυδίδης εἶπε ὅτι, ἀφοῦ ἔχει καὶ θὰ ἔχει πάντα τὴν ἴδια ψυχοσύνθεση, θὰ ἐνεργεῖ πάντα μὲ τὸν ἴδιο περίπου τρόπο.

Ἔπειτα ἀπὸ βαρειὲς κακοπάθειες αἰώνων, οἱ ἕλληνες τῆς Κύπρου ἔβγαιναν, τὸ 1960, στὸ φῶς τῆς ἐλευθερίας, φέρνοντας μαζί τους ὅλες τὶς ἀρετὲς ποὺ χαρακτηρίζουν τὴν ἑλληνικὴ καὶ τὴ χριστιανικὴ ὀρθόδοξη ἰδιότητά τους: τὴν ἐργατικότητα, τὴν ἐντιμότητα, τὴ φιλαλληλία, τὴν εὐσέβεια, τὴ συνείδηση τῆς ἐθνικῆς καὶ θρησκευτικῆς τους ταυτότητας, στηριγμένοι σὲ ἀρχὲς καὶ ἀξίες ποὺ ἔφθαναν μέσα ἀπὸ τὴ μακρὰ παράδοση τοῦ τόπου. Μὲ πνευματικὰ δηλαδὴ ἐρείσματα ἄσχετα μὲ τὴ σχολικὴ ἀγωγή, μὲ ἕναν ἐσωτερικὸ ψυχικὸ πλοῦτο ποὺ δὲν διδασκόταν ἀλλὰ μεταδιδόταν ἀπὸ γενιὰ σὲ γενιά. Καὶ ὅλα αὐτὰ συνοδευόμενα ἀπὸ ἕνα ὁλοκληρωτικὸ δόσιμο στὴν ὑπόθεση τῆς ἀπελευθέρωσης τῆς γῆς τους, μὲ μιὰν ἔξαρση ὅλων πάνω ἀπὸ τὸ ἀτομικὸ καὶ τὴν ἰδιοτέλεια, μὲ μιὰν ἀνενδοίαστη, ἄνευ ὅρων διάθεση γιὰ προσφορὰ καὶ θυσία. Ἦταν ἡ συγκινητικὴ ἀποθέωση ὅλων τῶν ἀρετῶν τοῦ ἕλληνα τῆς Κύπρου, ὅπως τὶς σφυρηλάτησε στὸ ἀμόνι τοῦ πόνου καὶ τῆς δυστυχίας ἡ μακρὰ καὶ ἀξημέρωτη δουλεία 770 χρόνων.

Σήμερα, ἔπειτα ἀπὸ 60 χρόνια ἐλεύθερου βίου, ἡ Κύπρος ἔχει φθάσει νὰ εἶναι ‒ὅλοι τὸ νιώθουν‒ ἕνας κόσμος μονοδιάστατος, κόσμος ἰδιοτέλειας, δοσοληψιῶν, ἀπάτης καὶ ἐκβιασμῶν, ἐγκλήματος, εὐδαιμονισμοῦ τῆς στιγμῆς, ἔλλειψης αἰδοῦς, ἕνας κόσμος ὅπου μόνη ἀξία ἀναγνωρίζεται ὁ πλοῦτος, κύριο κριτήριο κοινωνικῆς καταξίωσης, ὅπου μέτρο εἶναι ὁ κάθε ἄνθρωπος ‒κατὰ τὴν ἐπαγγελία τῆς ἀρχαίας σοφιστικῆς‒ ὅπου δὲν ἀρκεῖ πιὰ ὁ ἐπιούσιος ἄρτος, ἀλλὰ τὰ ἄφθονα καὶ ἀχρείαστα, ἐν τέλει, ἀγαθὰ τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ἐνῶ παραβλέπονται ἢ καὶ μυκτηρίζονται οἱ ἀρετὲς ἐκεῖνες ποὺ κράτησαν τὸν λαό μας γιὰ αἰῶνες σὲ ὑψηλὸ ἦθος καὶ ἀξιοπρέπεια. Μιὰ πραγματικότητα ποὺ ἀνακαλεῖ τοὺς στίχους τοῦ παλαμικοῦ Δωδεκάλογου :

Χώρα τρισκατάρατη, π᾿ τψη σ ποι βύθη χώρα μαρτωλή!

Ποιά ἡ σημερινὴ ἐκδοτική σας δραστηριότητα; Ἑτοιμάζετε κάτι καινούργιο;

Κάθε φορὰ ποὺ ἐκδίδω ἕνα βιβλίο, λέω εναι τ τελευταο. Τὸ εἶπα πολλὲς φορές. Πάντα ὅμως κάτι καινούργιο προσελκύει τὸ ἐνδιαφέρον, κάτι πιστεύεις ὅτι πρέπει ἢ ἀξίζει νὰ διασωθεῖ ἢ ὅτι κάτι εἶναι καλὸ νὰ τὸ μοιραστεῖς μὲ ἄλλους. Ἔτσι καὶ τώρα στὸν δρόμο εἶναι ἕνα βιβλίο ποὺ ἀπὸ χρόνια ἐκυοφορεῖτο μέσα μου: ἡ ἐπιβίωση στὸ στόμα τοῦ λαοῦ μας, χωρὶς νὰ ἔχει συνείδηση γι᾿ αὐτό, ἑνὸς μεγάλου ἀριθμοῦ ἀρχαιοελληνικῶν γλωσσικῶν στοιχείων. Ἑκατοντάδες λέξεις, καταχωρισμένες στὰ ἔργα μεγάλων καὶ μικρῶν συγγραφέων τῆς ἀρχαιότητας, ἔχουν ἐπιβιώσει στὸ τοπικό μας ἰδίωμα, ἄλλοτε ἀναλλοίωτες καὶ ἄλλοτε μὲ μικρὲς ἢ μεγαλύτερες ἀλλοιώσεις. Τὸ βιβλίο εἶναι μιὰ προσπάθεια ἐπισήμανσης καὶ ἀνάδειξής τους.

Γιατί προτιμάτε νὰ ἐκδίδετε τὰ βιβλία σας ‒σὲ περιορισμένο σχετικὰ ἀριθμὸ ἀντιτύπων‒ μακριὰ ἀπὸ ἐκδοτικοὺς οἴκους;

Πρὶν ἀπὸ δέκα-δώδεκα χρόνια τὴν οἰκονομικὴ πλευρὰ τῆς ἔκδοσης ἑνὸς βιβλίου τὴ διευκόλυναν κάποιες μικρὲς χορηγίες ἐκ μέρους τῶν Πολιτιστικῶν Ὑπηρεσιῶν τοῦ Ὑπουργείου Παιδείας καὶ Πολιτισμοῦ, ἡ προμήθεια ἀριθμοῦ βιβλίων ἀπὸ 40 περίπου Δημοτικὲς καὶ Κοινοτικὲς Βιβλιοθῆκες καὶ ἀπὸ ἕνα μεγάλο ἀριθμὸ Βιβλιοθηκῶν τῶν σχολείων μέσης παιδείας. Ἔπειτα ἀπὸ τὴν ἐπελθούσα οκονομικ κρίση, οἱ χορηγίες καταργήθηκαν, οἱ Δῆμοι δὲν διαθέτουν πόρους γιὰ ἀγορὰ βιβλίων, τὰ σχολεῖα δηλώνουν ὅτι δὲν ἔχουν προϋπολογισμό, ὅπως παλαιότερα, γιὰ τὸν ἔμπλουτισμὸ τῶν Βιβλιοθηκῶν τους.

Οἱ ἐκδοτικοὶ Οἶκοι, δικαίως, ἀναλαμβάνουν τὴν ἔκδοση βιβλίων ποὺ ἔχουν τὴν προοπτικὴ εὐρείας κυκλοφορίας (μυθιστορήματα, παιδικὸ βιβλίο, πολιτικὰ θέματα), ποὺ ἑλκύουν τὸ ἐνδιαφέρον τῶν ἀναγνωστῶν, καὶ δὲν εἶναι πρόθυμοι νὰ ἐκδώσουν βιβλία τοῦ εἴδους ποὺ ἔχω γράψει (φιλολογικὲς μελέτες, ἱστορία, χρονικό, βιογραφίες, μεταφράσεις κειμένων ἀπὸ ξένες γλῶσες), ποὺ ἀπευθύνονται σὲ μᾶλλον περιορισμένο κοινό.

Γι᾿ αὐτὸ τὰ τελευταῖα μου βιβλία ἐκδίδω σὲ 200 περίπου ἀντίτυπα, ἐκ τῶν ὁποίων τὰ 150 χαρίζω σὲ φίλους καὶ γνωστούς, ἕνα μονοψήφιο ἀριθμὸ διαθέτω μέσῳ τῶν βιβλιοπωλείων (ὅλης τῆς Κύπρου) καὶ σαράντα περίπου κρατῶ γιὰ τυχὸν μέλλουσα χρήση.


Γιώργος Χατζηκωστής, το συγγραφικό του έργο

του Στέλιου Παπαντωνίου

Στην αρχή ήταν το όνομα και κάποιο βοήθημα για τους νέους φιλολόγους σαν εμάς τότε, η Μετρική, αναλύσεις ποιημάτων του Σεφέρη, Παναγιά η Γοργόνα, κι ύστερα η άμεση γνωριμία, αφού συνυπήρξαμε για δυο τρεις μήνες συνδιευθυντές στο Παγκύπριο Γυμνάσιο το 1996.

Ένας πολύπλευρος όγκος ουσιαστικής εργασίας κατατεθειμένης σε όλους τους τομείς, εκκλησάκι, μουσεία του Παγκυπρίου, βιβλία για το σχολείο, αναδίφηση στα περιουσιακά του στοιχεία και υποτροφίες σε μαθητές, ένα ρυθμισμένο σχολείο, με το κύρος, το όνομα και το χρέος.

Κι ο Γεώργιος Χατζηκωστής, που άφησε σφραγίδα ανεξίτηλη στο σχολείο, να παραμερίζει, να αυτοπεριθωριοποιείται και να παρευρίσκεται διακριτικά πια σε συνεδρίες και στη ζωή του σχολείου, αυτός, ο πρωταγωνιστής και πραγματικός αγωνιστής της παιδείας, όχι μόνο της εκπαίδευσης του τόπου.

Μου δόθηκε ευκαιρία να μελετήσω ολοκληρωμένα πολύ μεγάλο μέρος του έργου του, προπάντων όμως, να θαυμάσω τη γενική αποδοχή από τους κριτικούς του έργου του.

Αποκαλύπτεται σιγά σιγά ο επιμελής μελετητής, ο βαθύνους, ο εμβριθής, ο γνώστης ως λίγοι της ελληνικής γλώσσας και προπάντων ο κρυφός λογοτέχνης.

Ο θαυμασμός μου στο πολυσχιδές έργο του αμέτρητος, γιατί και με το δικό του έργο και με τη διάσωση του έργου αξιόλογων Κυπρίων συνεισφέρει στον πολιτισμό μας.

Ο  Γιώργος Χατζηκωστής μελετά, γράφει, φέρνει στο φως, παράγει, ταξινομεί, αξιοποιεί άριστα και υποδειγματικά τον χρόνο και τη γνώση του, καταθέτοντας στο θησαυροφυλάκιο του πολιτισμού.

Γιος της Αγγελικής και του Νικόλα Χατζηκωστή, σεβάστηκε τη μνήμη του πατέρα και μας χάρισε το σύνολο έργο του στο συγκινητικό και μεστό βιβλίο «Μνήμης Χάριν ‒Η Πνευματικὴ Κληρονομιὰ τοῦ Νικόλα Χατζηκωστή»  το 1998.

Γεννήθηκε στην Πάφο για την οποία πολλά έγραψε ως «Ώρες της Πάφου, συλλογή ραδιοφωνικών εκπομπών του για τη γενέθλιο γη.

Στα αγγλικά και ελληνικά  «Ktima and new Paphos ‒a brief history and tourist guide», (1970). «Πάφος, τουριστικός οδηγός ‒Paphos tourist guide», (1977). «Οι Παλαμικές Γιορτές της Πάφου» (1973). «Πάφιοι της αρχαιότητας», (2002), «Η Πάφος του χτες», (2011). 

Αξιομνημόνευτη η ενασχόλησή του με το ποιητικό έργο του ήρωα μαθητή και ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη, ενός νέου που η ζωή και ο θάνατός του ήταν σελίδες ποίησης. «Ευαγόρας Παλληκαρίδης ‒ὁ ἥρωας καὶ ὁ ποιητής» με πολλές εκδόσεις (1965, 1980, 1984, 1995, 2011) και «Το λογοτεχνικό έργο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη», (1970). 

Το πνευματικό περιβάλλον της Πάφου τον συγκινεί. Ιδιαίτερα άνθρωποι αξιομνημόνευτοι ως ο Σωτηράκης Μαρκίδης. Στο βιβλίο του «Γράμματα από το Βαλκανικό Μέτωπο», (1983) αναπλάθει εν πολλοίς τον βίον και την πολιτείαν Σωτηράκη Μαρκίδη, Πάφιου δικηγόρου, εθνικού μαχητή και  εύγλωττου αγορητή που συμπληρώνει με το  «Σωτηράκη Σ. Μαρκίδη ‒«Τα ευρεθέντα ‒Εισαγωγή κειμένων» που αποτελούν μέγα μέρος της ιστορίας της εθνικής, πολιτικής, πολιτιστικής και θεατρικής ζωής της Πάφου των τελευταίων 80 και πλέον χρόνων.

Η επαφή του Γιώργου Χατζηκωστή με τη λογοτεχνία τού όξυνε την κριτική ικανότητα, την ευαισθησία και προπάντων του καλλιέργησε τη χρήση του ελληνικού λόγου.

Όσοι διάβασαν κείμενά του, ιδιαίτερα το «Ταξίδι στη μνήμη» με τις αναμνήσεις του,  ή τον άκουσαν να μιλά, αντιλαμβάνονται του λόγου το ύψος.

Ανάμεσα στους πρώτους που μελέτησε, ο Σεφέρης, Μακρυγιάννης, Παπαδιαμάντης, Βενέζης.

Η μελέτη του έργου του Γιώργου Σεφέρη έδωσε πολύπλευρο έργο σχετικό με τον ποιητή, με τον ήρωα Μακρυγιάννη και με τη Μικρά Ασία ως «Εκδηλώσεις του νεοελληνικού τραγικού στην ποίηση του Γιώργου Σεφέρη», (1969).

Μια ωραία αξέχαστη έκδοση το έργο «Φωνή πατρίδας ‒η Ελλάδα του Σεφέρη (μὲ εἰκονογράφηση Ἀνδρέα Λαδόμματου», (1972, 2011). Άλλο, «Γιώργος Σεφέρης ‒προσεγγίσεις στὸν ποιητὴ καὶ τὸ ἔργο του» συγκεντρωτική εργασία, (1984). Άλλο, «Γιώργος Σεφέρης ‒Ἑρμηνευτικὲς καὶ διδακτικὲς προτάσεις» (μὲ τὴν Κίκα Ὀλυμπίου), (2002) έργα ενισχυτικά του έργου των φιλολόγων στο σχολείο.

Ο μεγάλος της ποίησης ακολουθείται από τον μέγιστο της πεζογραφίας μας Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη. Από την τελευταία πνευματική παραγωγή του «Ο κόσμος των παιδιών στο έργο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη», (2012).

Με συγκίνηση θυμόμαστε οι νεότεροι τότε φιλόλογοι στην ερημία των βοηθημάτων την αρωγή στη διδασκαλία των Νέων ελληνικών με την «Νεοελληνική  Στιχουργική», 1969, τις αναλύσεις των ποιημάτων του Σεφέρη, την ανάλυση της Παναγιάς της Γοργόνας, με το βιβλίο του «Η χαμένη Εδέμ και η Παναγιά η Γοργόνα του Στράτη Μυριβήλη», (1972, 1992), λογοτεχνικό βιβλίο στο οποίο διατρίβαμε με αγάπη στα σχολεία αλλά και η μετάφραση του για το δράμα, «Η φύση και η ανάπτυξη του δράματος (του R.F.Clarke), (1973).

Οι κυριότεροι ιστορικοί σταθμοί, ευκαιρία για έργο ως «Με του λόγου το σπαθί ‒αγώνες των λογίων της δουλείας για την απελευθέρωση του έθνους» με τα εκατονπενηντάχρονα από το 1821, και η ανθολογία κειμένων του με το βιβλίο «Η Κυπριακή εξέγερση του 1931».

Ως γνωστόν και αναγνωρισμένα, το Παγκύπριο Γυμνάσιο ήταν το κέντρο της πνευματικής ζωής της Λευκωσίας για πολλά χρόνια. Ένα θεμελιώδες κεφάλαιο της πνευματικής κίνησης του τόπου υπήρξε και ο μακαριστός ιατρός και λογοτέχνης Κύπρος Χρυσάνθης. Η συνεργασία Χατζηκωστή-Χρυσάνθη έδωκε πολύχυμους καρπούς, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό Πνευματική Κύπρος. Και ειδικότερα, το βιβλίο του Χατζηκωστή «Το γνωμολογικό-επιγραμματικό στοιχείο στον λυρικό λόγο του Κύπρου Χρυσάνθη», (1970) όπου ανιχνεύει τη φιλοσοφική διάθεση του ποιητή όπως και ένα άλλο για τον Ξάνθο Λυσιώτη,  ευαίσθητο και πράο ποιητή το διακοσμημένο έργο του «Τα λουλούδια του Ξάνθου Λυσιώτη» με στίχους για το φυσικό κάλλος και τους συμβολισμούς των λουλουδιών.

Η γνώση της ιταλικής γλώσσας τον βοήθησε στη μετάφραση σελίδων της ιταλικής λογοτεχνίας ώστε να μας ανοίξει τους ιταλικούς πνευματικούς ορίζοντες φέρνοντάς μας σε επαφή με  ιταλούς ποιητές, δραματουργούς και μελετητές της ελληνικής και κυπριακής λογοτεχνίας, όπως με τα βιβλία του: «Η Πιζανέλλα (La Pisanella), του Gabriele d’ Annunzio, (2001) δράμα εμπνευσμένο από το Χρονικό του Μαχαιρά και τη δημοτική μας μούσα, «Ο κόσμος της Κύπρου στο ιστορικό δράμα La Pisanella του Gabriele d’ Annunzio», (2001). «Σελίδες ιταλικής ποίησης» (δίγλωσση ἔκδοση), (2003) και δυο θεατρικά, «Το παραμύθι του ανταλλαγμένου παιδιού» (La favola del figlio cambiato) του Luigi Pirandello, (2003) «Άρτεμη και Τούντα» (Diana e la Tuda), του Luigi Pirandello, (2004).

Δύο σημαντικά του έργα λεξικογραφίας, συσχετισμού της ελληνικής, κυπριακής διαλέκτου και ιταλικής γλώσσας είναι τα «Η παρουσία της ιταλικής γλώσσας στο ελληνικό κυπριακό ιδίωμα», (2007, 2010) και «Η παρουσία της ελληνικής γλώσσας στην ιταλική», (2007). Δίκαια λοιπόν ο Γεώργιος Χατζηκωστής τιμήθηκε από την ιταλική πρεσβεία στην Κύπρο.

Για τους αδελφούς Ροδίωνα και Μιλτιάδη Γεωργιάδη είχε γράψει πρώτα το βιβλίο «΄Επος και Μαρτύριο ‒Οι Kύπριοι ήρωες του αλβανικού έπους και της εθνικής αντίστασης Ροδίων καὶ Μιλτιάδης Γεωργιάδης», (1995). Αφιερωμένο στη μνήμη της Ντίνας, που αγάπησε και υπηρέτησε την Ιστορία. Κι επειδή κανένας δεν είναι μόνος στη ζωή, να θυμηθούμε πρέπει την αγαπημένη του γυναίκα, μακαριστή  Ντίνα Χατζηκωστή, με την οποία είχαμε, μερικοί εδώ, την τύχη να συνεργαστούμε στην Ανάπτυξη Προγραμμάτων, όταν εκείνη ασχολούνταν με τη συγγραφή της Κυπριακής Ιστορίας για το Λύκειο, και την οποία οφείλω να μνημονεύσω ως άνθρωπο, άξια δασκάλα και συγγραφέα.   

Το 2008 προέβη στη συγκέντρωση, μελέτη και έκδοση σε τρεις τόμους του ιδιαίτερα σημαντικού «Αρχείου Ροδίωνος Π. Γεωργιάδη».

Σε συναγωγή κειμένων του και έκδοσή τους προβαίνει με τα βιβλία του κάτω από το γενικό τίτλο «Κεράμιον ύδατος»,  «Για τον μόχθο των άλλων», (2011) και «Για τον δικό μου μόχθο». «Κεράμιον ύδατος ‒συναγωγὴ κειμένων», (2004), «Κεράμιον ύδατος β´ ‒συναγωγή κειμένων», (2013).

Τελευταία μας προσκομίζει δυο τόμους των μεταφράσεών του, στους οποίους έχει συγκεντρωθεί ελκυστικό υλικό για την ιστορία της Κύπρου και τον πολιτισμό της, μάλιστα ιδωμένο από ξένους. Δύο τόμοι, που αποτελούν ταμείο της Κυπριακής Ιστορίας και του Πολιτισμού και κέντρισμα για άμεση γνωριμία με τον τόπο, τους ανθρώπους και τους παλιούς καιρούς.

Καλό είναι, επίσης, να αναφερθεί πως ο Γιώργος Χατζηκωστής έγραψε στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους το Κεφάλαιο για την Ρωμαιοκρατία στην Κύπρο και πως είναι ένας από τους βασικούς συντάκτες της Μεγάλης Κυπριακής Εγκυκλοπαίδειας, στην οποία έγραψε εκατοντάδες λήμματα.

Το μεγαλύτερο μέρος του συγγραφικού του έργου είναι  συγκεντρωμένο σε περισσότερα από 50 βιβλία.

Τα τελευταία χρόνια ο Γιώργος Χατζηκωστής έχει δώσει ακόμα τα «Στορνέλλα», (2018). Στορνέλλο είναι ποιητικὸ είδος, τρίστιχο, με τον πρώτο στίχο να αναφέρεται απαραίτητα σε λουλούδι. Βιβλίο αφιερωμένο στη μνήμη του Michele Iannelli, «Η Κύπρος στην Ιταλική Λογοτεχνία», (2020). Κείμενα 11 ιταλών συγγραφέων, όπως γνώρισαν την Κύπρο από τον 14ο αιώνα ως σήμερα. «Μιλώ με τον Μπρούνο» (Parlo con Bruno), (2020). Ο Μπενίτο Μουσσολίνι γράφει για το παιδί του, που σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα. «Τα επώνυμα των Ελλήνων της Κύπρου», (2018). Προέλευση, σχηματισμός, σημασία επωνύμων των Ελλήνων της Κύπρου. «Κεράμιον ύδατος Γ΄-Συναγωγή κειμένων», (2020). Στους τρεις τόμους περιλαμβάνονται 150, περίπου, φιλολογικές μελέτες, που αναφέρονται σε πρόσωπα και κείμενα, σε θέματα ιστορικά, εκπαιδευτικά, παιδαγωγικά, γλωσσικά, κριτική της λογοτεχνίας, ζητήματα πολιτισμού και άλλα. «Η άλωση της Κωνσταντινούπολης», (2020). Μεταγραφή στην κοινή νεοελληνική των αφηγήσεων των σχετικών με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους ιστορικούς Μιχαήλ Δούκα, Γεώργιο Σφραντζή, Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Μιχαήλ Κριτόβουλο. Και, «Κείμενα για το 1821», (2021). Ανθολογούνται 85 περίπου κείμενα, ποιητικά και πεζά, με κέντρο την ελληνική επανάσταση του 1821.

Η υπηρεσία του στο Παγκύπριο Γυμνάσιο έδωσε πλήθος βιβλίων των οποίων ήταν εμπνευστής.

Αναφέρουμε όμως, ενδεικτικά τα Κληροδοτήματα, Δωρεές και Βραβεία στο Παγκύπριο Γυμνάσιο, (1993) και Σελίδες από την ιστορία και τη ζωή του Παγκυπρίου Γυμνασίου, (1993) και πολλά άλλα για το σχολείο μας.

Ως διαδεχθείς τον Γεώργιο Χατζηκωστή στη διεύθυνση του Παγκυπρίου Γυμνασίου πιστεύω πως το έργο που άφησε στο Σχολείο αποτελεί μια μεγάλη μαρτυρία της προσφοράς του στον πολιτισμό.

Εκτός από τις εκδόσεις βιβλίων σχετικών με την Ιστορία του αρχαιότερου Γυμνασίου της Κύπρου, η οργάνωση των Μουσείων οφείλεται εξολοκλήρου σχεδόν σ’ αυτόν.

Τα Μουσεία του Παγκυπρίου Γυμνασίου αποτελούν για τον πολιτισμό μας κοσμήματα που μαρτυρούν τον αγώνα αυτού του λαού να μορφώσει  τα παιδιά του για να προσφέρουν κι αυτά στον πολιτισμό.

Γι’ αυτό το έργο του έγραψε ο Κύπρος Χρυσάνθης το επίγραμμα:

«Απόστολε των εθνικών γραμμάτων

Και της παιδείας καλλίμαχε αθλητή

Οι θησαυροί του Παγκυπρίου Γυμνασίου

Ιστορικό μνημείο του πνεύματος και του ήθους

Ευγνωμονούν τον κόπο σου αρχαγγελικά»

Για την προσφορά του στα γράμματα και την εκπαίδευση ο Γεώργιος Ν. Χατζηκωστής τιμήθηκε από τον Ελληνικό Πνευματικό Όμιλο Κύπρου με το Βραβείο Γραμμάτων, από τον Δήμο Ερμούπολης Σύρου και το Υπουργείο Παιδείας Κύπρου για το εκπαιδευτικό του έργο, από το Συμβούλιο Ιστορικής Μνήμης Αγώνα ΕΟΚΑ για τη διατήρηση της μνήμης και την προβολή του εθνικού απελευθερωτικού αγώνα του 1955, από την ιταλική κυβέρνηση για την προβολή της ιταλικής λογοτεχνίας και πολιτισμού, από την Οργάνωση Ελλήνων Λειτουργών Μέσης Εκπαιδεύσεως Κύπρου για τη συνολική του προσφορά στην πολιτιστική ανάπτυξη της Κύπρου και από τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Κύπρου «Στασίνος» για την προσφορά του στην ελληνική Παιδεία και τη Φιλολογία.

Όποιος ξέρει να διαβάζει βιβλία συνειδητοποιεί πως τα βιβλία του Γιώργου Χατζηκωστή, με ό, τι κι αν καταπιάνεται ο συγγραφέας ή επιμελητής τους, είναι ζωντανοί συνομιλητές μας που μας παρέχουν αφειδώλευτα τον πλούτο της πείρας των.

Ο κατάλογος των έργων του είναι μέγας. Εύκολη, ίσως, είναι η αναγραφή των τίτλων των έργων και η εκφώνησή τους, αν δούμε  όμως και προπάντων μελετήσουμε το έργο, τότε θα επιβεβαιώσουμε την μεγάλη του αξία.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Φιλόλογος, ἐκπαιδευτικὸς καὶ συγγραφέας. Γεννήθηκε στὴν Κάτω Πάφο τὸ 1936. Φοίτησε γιὰ ἕνα χρόνο (1947-1948) στὸ Γυμνάσιο Μόρφου καὶ ὁλοκλήρωσε τὶς γυμνασιακές του σπουδὲς στὸ Γυμνάσιο Πάφου (1948-1953). Σπούδασε φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν (1953-1958) μὲ ὑποτροφία τοῦ Ἱδρύματος Κρατικῶν Ὑποτροφιῶν Ἑλλάδος (Ι.Κ.Υ.). Κατὰ τὴ διάρκεια τῶν σπουδῶν του διετέλεσε μέλος τοῦ Συμβουλίου τῆς Ἐθνικῆς Φοιτητικῆς Ἑνώσεως Κυπρίων (Ε.Φ.Ε.Κ.) καὶ μετέσχε ἐνεργῶς σὲ ὅλες τὶς δραστηριότητές της ποὺ εἶχαν σχέση μὲ τὸν ἀπελευθερωτικὸν ἀγώνα τῆς Κύπρου. Ἀργότερα (1970-1971), μὲ ὑποτροφία τῆς Βρεταννικῆς Κοινοπολιτείας, ἔκαμε μεταπτυχιακὲς σπουδὲς στὰ παιδαγωγικὰ στὸ Πανεπιστήμιο τοῦ Nottingham (Ἀγγλία), ἀπὸ τὸ ὁποῖο πῆρε Diploma in Education. Κατὰ τὴν περίοδο αὐτὴ ὑπηρέτησε καὶ ὡς γραμματέας τῆς ἐφορείας τοῦ ἑλληνικοῦ σχολείου τῆς πόλης τοῦ Nottingham. Τὸ 1974 καὶ τὸ 1978 παρακολούθησε θερινὰ μαθήματα ἰταλικῆς γλώσσας καὶ λογοτεχνίας στὸ Πανεπιστήμιο τῆς Perugia (Ἰταλία) ὡς ὑπότροφος τῆς ἰταλικῆς κυβέρνησης.

Ἀπὸ τὸ 1958 ὡς τὸ 1996 ὑπηρέτησε στὰ σχολεῖα μέσης ἐκπαίδευσης τῆς Κύπρου, σὲ ὅλες σχεδὸν τὶς ἐπαρχίες, ὡς καθηγητής, ὑποδιευθυντὴς καὶ γυμνασιάρχης-λυκειάρχης. Ὑπῆρξε μέλος τῶν διοικητικῶν συμβουλίων ἐκπαιδευτικῶν ὀργανώσεων, πνευματικῶν σωματείων καὶ ἐπιστημονικῶν ἑταιρειῶν τῆς Κύπρου.

Ἔγραψε μελέτες καὶ δοκίμια σὲ θέματα ἑλληνικῆς καὶ ξένης λογοτεχνίας, βιογραφίες, συνέταξε ἀνθολογίες καὶ ἀσχολήθηκε μὲ τὴ λαογραφία, τὴν ἱστορία καὶ τὴ λογοτεχνικὴ κριτική. Ἔγραψε στὴν στορία τολληνικοθνους τὸ κεφάλαιο γιὰ τὴ Ρωμαιοκρατία στὴν Κύπρο. Ὑπῆρξε γιὰ δεκαετίες τακτικὸς συνεργάτης τοῦ λογοτεχνικοῦ περιοδικοῦ Πνευματικ Κύπρος, ὅπου δημοσίευσε μεγάλο μέρος τῶν ἐργασιῶν του. Συνεργάστηκε μὲ τὸ Ραδιοφωνικὸ Ἵδρυμα Κύπρου καὶ μὲ τὸ περιοδικὸ Λαογραφικ Κύπρος, τοῦ ὁποίου διετέλεσε μέλος τῆς ἐκδοτικῆς ὁμάδας. Ὑπῆρξε ἀκόμη ἕνας ἀπὸ τοὺς βασικοὺς συντάκτες τῆς Μεγάλης Κυπριακς γκυκλοπαίδειας, στὴν ὁποία ἔγραψε περισσότερα ἀπὸ 450 λήμματα.

Σὲ περιοδικὰ καὶ ἐφημερίδες βρίσκονται ἀκόμη ἑκατοντάδες δημοσιεύματά του καὶ 130 περίπου βιβλιοκρισίες. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴ μετάφραση ἀπὸ τὰ ἀγγλικὰ τοῦ βιβλίου Ἡ φύση καὶἡἀνάπτυξη τοῦ Δράματος, μετέφρασε ἀπὸ τὰ ἰταλικὰ τέσσερα βιβλία λογοτεχνίας καὶ συνέταξε, σὲ μετάφραση, δυὸ ἀνθολογίες ἰταλικῆς ποίησης. Ἐπιμελήθηκε ἐπίσης τὴ δίγλωσση ἔκδοση 15 βιβλίων κυπρίων λογοτεχνῶν μεταφρασμένων στὰ ἰταλικά, ὅπως καὶ τοῦ ὀγκώδους τρίτομου ἔργου Ἀρχεῖον Ροδίωνος Π. Γεωργάδη. Γιὰ τὴν προσφορά του στὰ γράμματα καὶ τὴν ἐκπαίδευση τιμήθηκε ἀπὸ τὸν ῾Ελληνικὸ ΠνευματικὸὍμιλο Κύπρου μὲ τὸ Βραβεῖο Γραμμάτων, ἀπὸ τὸν Δῆμο Ἑρμούπολης Σύρου καὶ τὸ Ὑπουργεῖο Παιδείας Κύπρου γιὰ τὸ ἐκπαιδευτικό του ἔργο, ἀπὸ τὸ Συμβούλιο Ἱστορικῆς Μνήμης Ἀγώνα ΕΟΚΑ γιὰ τὴ διατήρηση τῆς μνήμης καὶ τὴν προβολὴ τοῦ ἀπελευθερωτικοῦ ἀγώνα τοῦ 1955, ἀπὸ τὴν ἰταλικὴ κυβέρνηση μὲ τὸν τίτλο Grande Ufficiale dell’ Ordine della Stella della Solidarietà Italiana (Μέγας Ἀξιωματοῦχος τῆς Τάξεως του Ἀστέρος τῆς Ἰταλικῆς Ἀλληλεγγύης) γιὰ τὴν προβολὴ τῆς ἰταλικῆς λογοτεχνίας καὶ τοῦ πολιτισμοῦ, ἀπὸ τὴν Ὀργάνωση Ἑλλήνων Λειτουργῶν Μέσης Ἐκπαιδεύσεως Κύπρου γιὰ τὴ συνολική του προσφορὰ στὴν πολιτιστικὴ ἀνάπτυξη τῆς Κύπρου καὶ ἀπὸ τὸν Σύνδεσμο Ἑλλήνων Φιλολόγων Κύπρου “Στασῖνος” γιὰ τὴν προσφορά του στὴν ἑλληνικὴ Παιδεία καὶ στὴ Φιλολογία.


Ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΗΣ ΚΑΙ Η ΠΑΦΟΣ

Του Αντώνη Πιλλά

Ο συγγραφέας Γεώργιος Χατζηκωστής ανήκει δικαιωματικά στην εκλεκτή εκείνη ομάδα των στιβαρών εκπαιδευτικών και λογίων, οι οποίοι, παράλληλα και ταυτόχρονα με την πλούσια εκπαιδευτική και κοινωνική τους δράση, έχουν αφήσει σπουδαίο συγγραφικό έργο που αναδεικνύει την πνευματική-ιστορική φυσιογνωμία της Κύπρου και παρέχει δείκτες πορείας σε όσα αφορούν τον πολιτισμό και τις αξίες της μεγάλης και πλούσιας πνευματικής μας παράδοσης. Σε αυτήν την ομάδα συγκαταλέγονται ο Λοΐζος Φιλίππου, ο Κυριάκος Χατζηιωάννου, ο Κώστας Προυσής, ο Πασχάλης Πασχαλίδης, ο Βάσος Καραγιώργης, ο Αντρέας Φυλακτού κ.ά.

Γερά καταρτισμένος φιλόλογος και ακάματος συγγραφέας έχει συμβάλει τα μέγιστα, με το πολύπτυχο έργο του, στη μελέτη και τον εμπλουτισμό της διαχρονικής πνευματικής πολιτιστικής μας παράδοσης, με μια υπεύθυνη πάντοτε στάση απέναντι στα εκπαιδευτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά δρώμενα του τόπου και με μια γονιμότατη, πυκνή εκδοτική παρουσία που ξεκινά από τα πρώτα χρόνια της Κυπριακής Δημοκρατίας και συνεχίζεται αδιάπτωτα έως τις μέρες μας.

Ο Γεώργιος Χατζηκωστής κουβαλά μέσα του έναν ιστορικό και ταυτόχρονα, πίσω απ’ τα κίνητρα και στις εκβολές του λόγου του, διαπιστώνουμε έναν λάτρη της ελληνικής πνευματικής και γλωσσικής μας παράδοσης, αλλά και έναν συνειδητό και άγρυπνο κοινωνικό παρατηρητή, έναν σοφό δάσκαλο. Η αγάπη του για τον τόπο και η φιλοκαλική αναζήτηση είναι οι δημιουργικοί μοχλοί όλων των έργων του, στων οποίων τον πυρήνα και το ξεδίπλωμα υπάρχει ένας έντονος προβληματισμός και η επιδίωξη της προσωπικής αλλά και της εθνικής αυτογνωσίας.

Κάτι που τον ξεχωρίζει είναι η πολυμέρεια και το πολυσχιδές στη θεματική και τις προσεγγίσεις του. Είναι ταυτόχρονα ιστορικός, μελετητής και ερευνητής, βιογράφος, δοκιμιογράφος, ταξιδιωτικός συγγραφέας, μεταφραστής και συν τοις άλλοις ένας άριστος και ευχάριστος αφηγητής.

Tο μέχρι σήμερα δημοσιευμένο έργο του αριθμεί πενήντα τρία τόσα βιβλία, μερικά από τα οποία έχουν κυκλοφορήσει και σε δεύτερη έκδοση. Από την πλουσιότατη αυτή συγκομιδή του συγγραφέα μας επέλεξα να ασχοληθώ κάπως πιο λεπτομερώς με όσα βιβλία αφορούν τη γενέτειρά του Πάφο, τα οποία είναι ουκ ολίγα. Είναι δε τούτο φυσικό, αφού η Πάφος είναι ο τόπος όπου έζησε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, σε αυτήν την πόλη διαμορφώθηκε ο χαρακτήρας του και πήρε τα πρώτα πνευματικά ερεθίσματα και μαθήματα ζωής.

Αποτελούν όλα αξιανάγνωστα και πολύ ενδιαφέροντα βιβλία. Παρέχουν την ανθρωπογεωγραφία σε συνδυασμό με την ιστορία της πόλης της Πάφου, γραμμένα με στέρεη δομή, ακρίβεια, σαφήνεια και γλαφυρότητα. Αρκετές σελίδες που αναφέρονται στην Πάφο του χθες χαρακτηρίζονται από δύναμη περιγραφής και λυρισμό.

Τα βιβλία αυτά με χρονολογική σειρά της έκδοσής τους είναι τα εξής:

«Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο ήρωας και ο ποιητής», 1965,

«Ώρες της Πάφου», 1969,

«Το λογοτεχνικό έργο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη», 1973,

«Οι Παλαμικέςγιορτές της Πάφου», 1973,

«Γράμματα από το βαλκανικό μέτωπο», 1982 και β΄έκδ. 2012,

«Πάφιοι της αρχαιότητας», 2002,

«Ταξίδι στη μνήμη», 2009,

«Η Πάφος τουχτες», 2011,

«Σωτηράκη Μαρκίδη. Τα ευρεθέντα», 2 τόμοι, 2014 και 2017,

«Διακριθέντες Πάφιοι του εικοστού αιώνα», 2017.

Μόλις μερικά χρόνια από τη θυσία του ήρωα και ποιητή Ευαγόρα Παλληκαρίδη, στα 1965, ο συγγραφέας μας προέβη στην έκδοση του βιβλίου με

τίτλο «Ευαγόρας Παλληκαρίδης, ο ήρωας και ο ποιητής». Στο βιβλίο αυτό, που είναι

εικονογραφημένο κατάλληλα από τον ζωγράφο Μίκη Φιλιππίδη, ο Χατζηκω-

στής, αφού έχει προτάξει μια εκτενή εισαγωγή για τον βίο, τη δράση και τη μεγά-

λη θυσία του Ευαγόρα, στο δεύτερο μέρος κάνει μια ευρύτατη ανθολόγηση από

τα ποιήματα και πεζά του, ενώ σε ένα τρίτο μέρος παραθέτει ποιητικά και

άλλα κείμενα που έχουν γραφεί για εκείνον. Παραθέτω ένα μικρό απόσπασμα

από τις τελευταίες δραματικές στιγμές της ζωής του ήρωα, λίγο πριν την

εκτέλεσή του με απαγχονισμό στις Κεντρικές Φυλακές της Λευκωσίας:

Στις 12 Μαρτίου, ημέρα Τρίτη, στις 11 το πρωί, ο πατέρας έφτασε στις Κεντρι-

κές Φυλακές της Λευκωσίας για να δει το παιδί του. Τον οδήγησαν στα

κελιά των μελλοθανάτων.(………………………….).

Μη λυπάσθε καθόλου και μην κλαίτε! Μη νομίζετε ότι θα υποφέρω.

Για μένα ο θάνατος είναι ζήτημα δυο λεπτών. Εξάλλου δεν έπαυσα να

ελπίζω στο Θεό που είναι παντοδύναμος.

Τους μίλησε ύστερα πως ο αξιωματικός των Φυλακών του ανακοίνωσε

ότι θ’ απαγχονιζόταν την αυγή της Πέμπτης. Κι αυτός του απάντησε

πως είναι έτοιμος για την αγχόνη. Κι όταν ο αξιωματικός τον ρώτησε

ποια ήταν η τελευταία του επιθυμία, είπε πως τίποτε δε θέλει. Στο τέλος

τους αποχαιρέτησε λέγοντάς τους«Ορκίστηκα να πεθάνω για την πατρίδα μου και ετήρησα τον όρκο μου!»

Ο πατέρας, οι άλλοι συγγενείς, θέλουν να του σφίξουν το χέρι, να τον

αγκαλιάσουν, να τον φιλήσουν για τελευταία φορά, μα τους είναι α-

αδύνατο. Χοντρά κιγκλιδώματα τους χωρίζουν…ˮ

Το βιβλίο «Ώρες της Πάφου», 1969 συντίθεται από τέσσερα εκτενή

κείμενα με τα οποία καλύπτονται ιστορικές περίοδοι της Πάφου από

τους μυθικούς ζερόνους ως τον προηγούμενο αιώνα. Η λέξη «ώρες»

μας παραπέμπει στον ΄Ομηρο και τον Παπαδιαμάντη, καθώς και στον

μύθο της γέννησης από τα κύματα της θεάς της ομορφιάς, οπότε ήρθαν

οι Ώρες να την προϋπαντήσουν.

Τα τέσσερα κείμενα που απαρτίζουν τον μικρό αυτό τόμο είναι τα

εξής: «Η Αφροδίτη στην Πάφο», «Ο βασιλιάς Κινύρας», «Η Νέα Πάφος»

και «Το Κτήμα». Στέκομαι στο τελευταίο παραθέτοντας δυο μικρές παραγράφους, τις οποίες χαρακτηρίζει η περιγραφική ικανότητα και ο λυρισμός του συγγραφέα:

«Αλλά το Κτήμα απολαμβάνει και μια θέα μοναδική.

Από το του Μουσαλλά μιας κυκλικής εξέδρας που μοιάζει με πολυ-

θρόνα, το βλέμμα πλανιέται πάνω από την Νέα Πάφο κι αγκαλιάζει ένα

πανόραμα από τα πιο υποβλητικά. Ανάμεσα στη σειρά των διακριτικών

λόφων της Τσάδας, που προβάλλονται κατά Βορρά, τις πρασινάδες της

χρυσαφιάς κοιλάδας, που εκτείνεται στ’ ανατολικά, και στο ασημένιο πέτα-

λο που ανοίγεται κατά τα δυτικά, αποτελεί μια γωνιά με αξεπέραστη γοητεία.

Ο εξώστης αυτός, καθώς μοιάζει με την πλώρη ενός καραβιού, που ταξιδεύει

στον ωκεανό των αιώνων, προκαλεί τον στοχασμόː Κάτω από το πλάτωμά του

παρελάσανε ο ένας μετά τον άλλο οι Έλληνες της Τροίας και της Αιγύπτου

των Πτολεμαίων, οι Πέρσες, οι Ρωμαίοι, οι Σαρακηνοί, οι Φράγκοι, οι Γενουάτες

οι Βενετοί, οι Τούρκοι, οι ΄Αγγλοι. Παρά τα ερείπια τα σκορπισμένα γύρω από τον

ασφαλτοστρωμένο δρόμο, παρά τις μελαγχολικές απηχήσεις του παρελθόντος

το τοπίο αποπνέει τη γλυκύτητα που σε καλεί σε φιλοξενία. Μπροστά στ’ από-

μεινάρια των μνημείων, που αποδίδουν τον ρυθμό των ιστορικών κατακτήσεων

και τις επιπτώσεις των καλλιτεχνικών επιδράσεων, υψώνεται η απογοητευτική

ματαιότητα του χαμένου μεγαλείουː

opauvregloiredupouvoirhumain

combine peu le vert dure a la ta cime!

(ω, φτωχή δόξα της ανθρώπινης δύναμης,

πόσο λίγο κρατάει η άνοιξη στην κορφή σου!)

Στην ίδια ομάδα των βιβλίων για την Πάφο ανήκει και το έργο του με τίτλο «Το λογοτεχνικό έργο του Ευαγόρα Παλληκαρίδη», το 1970. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζεται η λογοτεχνική δημιουργία του νεαρού ήρωα. Παρατίθενται τα ποιητικά είδη στα οποία έγραψε, η τεχνική τους, οι πηγές της έμπνευσής του, καθώς και οι μικρής έκτασης πρόζες και τα πεζά του.

Το έργο αυτό του Παλληκαρίδη εκπροσωπεί και μαρτυρεί το βαθύτερο πνεύμα του απελευθερωτικού εκείνου αγώνα, στον οποίο επιδόθηκε με αυτοθυσία ο ελληνικός κυπριακός λαός.

Ακολουθεί το έργο με τίτλο «Οι Παλαμικές γιορτές της Πάφου», 1973, στο οποίο γίνεται συστηματική παρουσίαση των εκδηλώσεων για τον ποιητή Κωστή Παλαμά, οι οποίες πραγματοποιούνται στην Πάφο, με αρχή τον εορτασμό των πενήντα χρόνων του ποιητικού έργου του Παλαμά (1936), την κορύφωση των εορτασμών (1949-1952) και τη συνέχειά της που μένει αδιάπτωτη. Παρεμφερώς σημειώνεται ό,τι άλλο έχει συνδεθεί με τις γιορτές αυτές, καλλιτεχνικό, ιστορικό, εθνικό.

Συνέχεια και συμπλήρωση των «Ωρών της Πάφου», που έχει προαναφερθεί, αποτελεί το βιβλίο «Η Πάφος του χτες», το οποίο εκδόθηκε αρκετά χρόνια αργότερα, στα 2011.

Σε αυτό το βιβλίο ο συγγραφέας ξεδιπλώνει με νοσταλγική διάθεση τις αναμνήσεις του από τη ζωή των παιδικών του χρόνων στην Κάτω Πάφο και το Κτήμα κατά την πρώτη πεντηκονταετία του περασμένου αιώνα. Παρουσιάζεται, όπως σημειώνει ο ίδιος, ο κόσμος της Πάφου τη δεκαετία του 1940 και του 1950ː η φύση, οι άνθρωποι, οι δραστηριότητες, τοπικά και ευρύτερα γεγονότα που επηρεάζουν τη ζωή των κατοίκων της, οι πολιτιστικές και άλλες εκδηλώσεις, συγκεκριμένα πρόσωπα και συμβάντα. Προβάλλεται ένας κόσμος που έβγαινε κατ’ ευθείαν από την Παράδοση, με όλα τα στοιχεία των χαρακτηριστικών και της κοινωνικής δομής του.

Παραθέτω δύο μικρά χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

«Απέναντι από το αρχαίο θέατρο, προβάλλει το μικρό εκκλησάκι της

Αγίας Μαρίνας, μέσα στο πράσινο τεράστιων τρεμιθιών, κάτω από

τις οποίες οι πιστοί που δεν χωρούσαν στο εκκλησάκι παρακολουθούσαν τον εσπερινό και τη λειτουργία στη γιορτή της αγίας, στην καρδιά

του καλοκαιριού, στις 17 Ιουλίου. Στην εικόνα της η Αγία Μαρίνα, όρθια

και σοβαρή, κρατούσε σφιχτά από το κέρατο ένα μαυρο διαβολάκι

με μακριά ουρά, που στεκόταν πλάι της δαμασμένο και σκυθρωπό

και, που, παρόλα αυτά, μας προκαλούσε τον παιδικό φόβο» «…Το παλιό σπίτι της γιαγιάς μου, που μόλις το θυμούμαι, αφού στα έξι μου χρόνια το κατεδάφισε ο παππούς μου, για να κτίσει καινούριο, ήταν ένα κτήριο σε σχήμα γάμα, πάνω από το ένα σκέλος του οποίου υπήρχε και ανώι, όπου μια ξύλινη σκάλα ανέβαζε στα υπνοδωμάτια. Μπροστά από το σπίτι βρισκόταν ο στενός δρόμος −μόλις χωρούσε ένα αμάξι να περάσει− που στρίβοντας δεξιά οδηγούσε στη Θεοσκέπαστη και αριστερά κατηφόριζε προς τη θάλασσα του Κκέλπετρη. Στη βάση της σκάλας ήταν ένα από τα δυο στρογγυλά πηγάδια μας, με αλακατούιν, ξύλινο με τέσσερα χερούλια, πάνω στο οποίο τυλιγόταν το σκοινί που ανεβοκατέβαζε τον κάδο με το νερό. Σκύβοντας πάνω από το χαμηλό περιτοίχισμα του πηγαδιού −του λάκκου, όπως το λέγαμε− κοιτάζαμε με δέος το σκοτεινό του βάθος, κυρίως κάθε φορά που κοβόταν το σχοινί και ο κάδος έμενε στο νερό…»

Με τέσσερεις ακόμα εκδόσεις που ακολούθησαν ο Γεώργιος Χατζηκωστής συμπληρώνει και ολοκληρώνει τον κύκλο των βιβλίων του που ξεκινούν ή αποκλειστικά αναφέρονται στην αγαπημένη του ακριτική πολη: «Γράμματα από το βαλκανικό μέτωπο», 1982, β΄έκδ. 2012 (Το βιβλίο αναφέρεται στον Σωτηράκη Μαρκίδη), «Πάφιοι της αρχαιότητας», 2002, «Τα ευρεθέντα του Σωτηράκη Μαρκίδη» α’ τόμος και «Ευρεθέντα» β’ τόμος, 2014, 2017 αντίστοιχα και «Διακριθέντες Πάφιοι του εικοστού αιώνα», 2017.

Ο συγγραφέας μας, λοιπόν, υπείκοντας στη σοφή ρήση ότι ο άνθρωπος είναι ο τόπος, αφού ξεκίνησε ιστορώντας τον βίο της εμβληματικότερης μορφής της Πάφου, του Ευαγόρα Παλληκαρίδη, κλείνει τον κύκλο με αναφορά σε διάφορες προσωπικότητες της πόλης από ποικίλους χώρους κινώντας από τα βάθη των καιρών και φτάνοντας έως τις μέρες μας. Όχι κολακευτικά, αλλά με επίγνωση θα έκανα αυτό που ο συγγραφέας μας από σεμνοπρέπεια και φιλότιμο απέφυγε, θα τον ενέτασσα στη χορεία στην οποία αναφέρεται το ομώνυμο βιβλίο του, ανάμεσα στους διακριθέντες Παφίους του εικοστού αιώνα.


Τα άρθρα και τα σχόλια που δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα μας εκφράζουν αποκλειστικά τους συγγραφείς. Η ιστοσελίδα μας δεν λογοκρίνει τις γνώμες κανενός.

Ακολουθήστε τις ειδήσεις του speaknews.gr στο Google News πατώντας εδώ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ