Νίκος Νικολάου – Χατζημιχαήλ

Σημασία έχει αν κατόρθωσα να συγκινήσω τους αναγνώστες μου, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο στην Τέχνη: η συγκίνηση.

Συνέντευξη στον Ανδρέα Καρακόκκινο

Ο λογοτέχνης και εικαστικός, Νίκος Νικολάου-Χατζημιχαήλ μιλάει στον Ανδρέα Καρακόκκινο και τη SPEAKNEWS για τις διαδρομές του από τη ζωγραφική στη λογοτεχνία και από την ποίηση στον πεζό λόγο. Εξομολογείται ποια ήταν η ώθηση που τον έσπρωξε στο γράψιμο, τι είναι αυτό που του δίνει έμπνευση μέχρι σήμερα, και αναφέρεται στην τελευταία του συλλογή διηγημάτων αλλά και το επόμενο βιβλίο που σχεδιάζει.

Γεννήθηκες στη κατεχόμενη Καρπασία. Τι θυμάσαι για τα χρόνια που έζησες εκεί; Πώς ήταν η ζωή πριν την κατοχή;

Ναι, είχα την τύχη να γεννηθώ σ’ ένα βυζαντινό χωριό της Καρπασίας, εκεί που ρίχνει τη σκιά του ο ναός της Παναγίας της Κανακαριάς και να ζήσω ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, παρόλο που η σκληρή εργασία στα καπνοχώραφα μάς κούραζε πάρα πολύ. Είχα έναν πατέρα βιβλιόφιλο, που το μόνο χατίρι που δεν μου χαλούσε ποτέ ήταν οι παραγγελίες μου για καινούργια βιβλία, τις οποίες εκτελούσε αμέσως. Άφηνε όλες τις εργασίες του για να μεταβαίνει στην Αμμόχωστο για τα βιβλία μου. Ακόμα, είχα την τύχη -όπως και τα άλλα παιδιά της ηλικίας μου- να ωριμάσουμε νωρίς: στον απελευθερωτικό αγώνα -δεκάχρονος πια- είχα ιδρύσει τον Παιδικό Σύλλογο Ακριτόπουλα, που είχε πλούσια δράση, μέσα στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μας. Δυο τρεις οικογένειες τουρκοκυπρίων, που είχαμε στο χωριό ζούσαν αρμονικά μαζί μας μέχρι που κάποια στιγμή τους ξερίζωσαν οι ηγεσίες τους, διώχνοντάς τους από το χωριό. Αργότερα ο διαχωρισμός ολοκληρώθηκε με την εισβολή, που ξερίζωσε κι εμάς από τον τόπο μας.

Πότε άρχισες να γράφεις και τι σε ώθησε σ’ αυτό;

Όταν, μετά τον πόλεμο και τις σπουδές μου στην Αθήνα γύρισα στην Κύπρο, διορίστηκα στη Λάρνακα, κι εκεί -πάλι τυχερός- συνάντησα τον Θεοδόση Νικολάου παλιό μου καθηγητή στο Ελληνικό Γυμνάσιο Αμμοχώστου, ο οποίος την ίδια μέρα με έφερε σε επαφή με τον λογοτέχνη Φοίβο Σταυρίδη. Από εκείνη την ημέρα οι τρεις μας γίναμε αχώριστοι μέχρι το τέλος της ζωής τους, που δυστυχώς ήρθε πρόωρα. Με βοήθησαν να πραγματοποιήσω την πρώτη μου ατομική έκθεση ζωγραφικής στη Λάρνακα και στη συνέχεια να γίνω συνεργάτης στον Κύκλο, το εξαιρετικό περιοδικό του Φοίβου. Εκτός από τα εξώφυλλα, σε κάποια στιγμή ο Φοίβος μου ζήτησε ένα διήγημα, για το επόμενο τεύχος. Το έγραψα το ίδιο βράδυ, είναι το «σταυρόλεξο», ένα από τα πιο αγαπημένα μου διηγήματα, και όταν το είδα δημοσιευμένο, για δυο τρία βράδια δεν κοιμήθηκα από τη χαρά μου. Αυτό ήταν· με τράβηξε στον χώρο της η λογοτεχνία κι ο έρωτάς μου για την άλλη Μούσα, τη ζωγραφική κόντεψε να σβήσει εντελώς.

Ανάμεσα στον ποιητικό και τον πεζό λόγο ποια γραφή σε εκφράζει περισσότερο; Ποια εκφράζεται πιο εύκολα στο χαρτί;

Έγραψα και πεζά και ποίηση. Και με τα δύο είδη γραπτού λόγου έχω εκφράσει αυτό που ήθελα να μεταδώσω στους αναγνώστες μου με την ίδια ευκολία. Δεν έχει σημασία αν η ποίηση συμπυκνώνει τον λόγο και το πεζό προσλαμβάνεται, ίσως, ευκολότερα. Σημασία έχει αν κατόρθωσα να συγκινήσω τους αναγνώστες μου, γιατί αυτό είναι το ζητούμενο στην Τέχνη: η συγκίνηση.

Από πού αντλείς την έμπνευσή σου;

Ο τόπος όπου γεννήθηκα. Οι άνθρωποί του. Η γλώσσα μου. Αυτό, δηλαδή, που με μια λέξη λέμε «πατρίδα».

Όταν βλέπεις απέναντι τον Πενταδάκτυλο, με λίγες λέξεις πες μας τι σκέφτεσαι;

«Ως τρέχει ο ήλιος, ως τρέχουσιν οι αστέρες, ως τρέχει το ύδωρ έτσι να τρέξει το κακόν από το βουνό τούτον. Έτσι να τρέξει το κακόν από την Κύπρο μας». Είναι ένα απόσπασμα από το βραβευμένο με κρατικό βραβείο βιβλίο μου «Η Κόρη του Δραγουμάνου».

Πες μας λίγα λόγια για το τελευταίο σου βιβλίο. Τι θα είναι το επόμενο;

Το τελευταίο βιβλίο μου λέγεται «Φυσορρόος» και είδε το φως με τη φροντίδα των εκδόσεων Βακχικόν και ιδιαίτερα του διευθυντή των εκδόσεων Νέστορα Πουλάκου, που πίστεψε και υποστήριξε τούτο το βιβλίο. [φυσορρόος, λέξη συνθηματική, που λέγεται από γητευτή για να διώξει κάποιο κακό (από το φυσώ+ρέω)]. Είναι διηγήματα σε δύο ενότητες: για τη δεύτερη μεγάλη συμφορά που έπληξε τον ελληνισμό, δηλαδή την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τα διηγήματα της αθωότητας∙ τρυφερά, αληθινά, παράξενα διηγήματα, βουτιά στην παιδική μου ηλικία. Ένα αντιπολεμικό παραλήρημα ενός βαριά τραυματισμένου του 1974. Η μάνα του αγνοούμενου που χάνει τα λογικά της και «γυρίζει» στο χωριό της με έναν συγκλονιστικό τρόπο, και αλλού ο ορισμός της εσχάτης προδοσίας, μέσα από τα κλειδιά ενός σταυρολέξου. Ένας γέρο-γητευτής προσπαθεί με γητειές να σβήσει την τούρκικη σημαία στον Πενταδάκτυλο. Ένα σπαρακτικό διήγημα, για τις τριάντα εφτά μέρες που πέρασε ένας αιχμάλωτος στην κόλαση των βασανιστηρίων του Αττίλα. Η περιγραφή της Αμμοχώστου, της πόλης φάντασμα, μέσα από τα μάτια ενός παπαγάλου ο οποίος «ξεχάστηκε» εκεί, μετά που οι κάτοικοι την εγκατέλειψαν για να σωθούν. Συνολικά τριάντα τρία διηγήματα. Ελπίζω να μπορέσω να δώσω κάτι ακόμα: μια ιστορική μυθιστορία, με πρωταγωνιστή έναν πρόγονό μου στις αρχές της αγγλοκρατίας στην Κύπρο. Μια όχι και τόσο γνωστή ιστορία, που είχε απασχολήσει τον τύπο της εποχής και αξίζει να τη θυμηθούμε γιατί πρόκειται για την απαρχή της πολιτικής ζωής στην Κύπρο.

Η Κυπριακή λογοτεχνία πού βρίσκεται σήμερα; Έχουμε νέους λογοτέχνες;

Πιστεύω πως η λογοτεχνία που γράφεται σήμερα στην Κύπρο γνωρίζει μιαν άνθιση. Οι λογοτέχνες, παλαιοί και νεότεροι, εκδίδουν τα βιβλία τους στην Κύπρο ή τον ελλαδικό χώρο και γνωρίζουν επιτυχίες, ακόμα και σε ξένες χώρες. Όλη αυτή η παραγωγή προβάλλεται και υποστηρίζεται από την κριτική τόσον από τα ντόπια και ελλαδικά περιοδικά όσο και από θαυμάσιες ιστοσελίδες στο διαδίκτυο.

κρατικό βραβείο διηγήματος.

Προηγούμενο άρθροΖωή Ράπτη, Υφυπουργός Υγείας

“Το πιστοποιητικό δεν θα ισοδυναμεί με υγειονομικό διαβατήριο…”

Επόμενο άρθροΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗΣ και ΜΠΟΥΜΠΟΥΛΙΝΑ στα Κηπιά Καβάλας

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ